Jornada del Muerto

The Triumph of Death, Pieter Bruegel the Elder, c. 1562.

(Εξιστόρηση της πορείας προς τη δημιουργία και τη χρήση των ατομικών όπλων)

Όλοι κι άγιοι που φιλοσοφούσαν τιμημένοι,

έγιναν λεία του θανάτου.

Και η φωνή τους δεν ακούγεται πιά·

τα στόματά τους είναι μπουκωμένα με χώμα και σκόνη.

Omar Khayyam, 1048-1131.

Σύνοψη

Διεθνή ζητήματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κατήφεια και ανησυχίες θα παρουσιάζονται διαρκώς. Ένας λόγος όμως που έχει τη δυναμική να προκαλεί τρόμο παρουσιάζεται σπανιότερα. Και όταν αυτός προκύψει συνήθως χάνεται μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Ένας τέτοιος λόγος, ο σημαντικότερος τις μέρες αυτές, είναι η κρίση στη χερσόνησο της Κορέας.

Μετά από μια επιγραμματική παρουσίαση της σημερινής ψυχροπολεμικής έντασης, θα παρακολουθήσουμε την πορεία προς την κατασκευή της πρώτης Ατομικής Βόμβας.

Και πιο συγκεκριμένα πως στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η παθητική αντίσταση μιας μερίδας Γερμανών επιστημόνων, οι οποίοι αν και διέθεταν το τεχνολογικό προβάδισμα, στέρησαν τα ατομικά όπλα από την ηγεσία της χώρα τους. Θα δούμε επίσης την πρότασή τους στους ανταγωνιστές τους και ακόμη τη συμπεριφορά του αντιμαχομένου στρατοπέδου. Κατ’ επέκταση στην ανασκόπηση τονίζονται οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, όπως του λευκού εβραίου Werner Heisenberg, του κομμουνιστή φυσικού και κατασκόπου Klaus Fuchs, του σπουδαίου Δανού θεωρητικού Niels Bohr, των οποίων οι πράξεις και οι παραλήψεις συνδιαμόρφωσαν τις καταστάσεις.

Στο κείμενο γίνεται αναφορά σε σχετικά άγνωστες πτυχές της περιόδου, όπως την Operation Unthinkable, η έναρξη της οποίας την 1η Ιουλίου 1945, θα πυροδοτούσε έναν ακόμη πόλεμο, ίσως τον τρίτο παγκόσμιο, με την ευθύνη του Winston Churchill. Αναφορά γίνεται ακόμη και στην ιρανική κρίση, με την οποία άρχιζε και επίσημα η περίοδος του ψυχρού πολέμου. Πρόκειται για την κρίση η οποία όταν στα τέλη του 1946 κορυφώθηκε, έφερε τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση στα πρόθυρα της επόμενης χρήσης της ατομικής βόμβας.

Η κεφαλαιώδης σημασία της ποιότητας των χαρακτήρων στη διαμόρφωση των ιστορικών γεγονότων αποκαλύπτεται ευκρινέστερα στη διαχείριση της δύναμης σε κρίσιμες περιόδους. Το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου υπήρξε μια τέτοια περίοδος και οι συμπεριφορές των τότε πρωταγωνιστών, F D Roosevelt, J Stalin, W Churchill και H Truman, παραδειγματικές.     

Οι ομοιότητες, που ενδεχομένως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, δεν είναι ούτε σκόπιμες, ούτε τυχαίες· είναι αναπόφευκτες. Ο τίτλος Jornada del Muerto, που σημαίνει Ταξίδι του Νεκρού, προέρχεται από το τοπωνύμιο στην έρημο του Νέου Μεξικού, όπου στις 5:29΄της 16ης Ιουλίου του 1945 ολοκληρωνόταν το Trinity Test. Τότε που στην καθηλωτική θέα της πρώτης πυροδότησης ατομικού όπλου ο Robert Oppenheimer μονολογούσε: Τώρα έγινα ο Θάνατος, ο Καταστροφέας των Κόσμων.

Τρέχουσα Κατάσταση

Η κλιμακούμενη ένταση στις περιοχές της ανατολικής Ασίας και οι εκατέρωθεν ψυχροπολεμικές στρατιωτικές επιδείξεις στα ανατολικά της Ευρώπης συνέπεσαν με την εφετινή 72η επέτειο του βομβαρδισμού της Ιαπωνίας με ατομικά όπλα.

Η αθόρυβη επανέναρξη του ανταγωνισμού άρχισε να εκδηλώνεται μετά την αναγγελία του εκσυγχρονιστικού προγράμματος του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ ήδη το 2010 από τον τότε Πρόεδρο B Obama. Είχε βέβαια προηγηθεί η άσκηση Zapad1 (Δύση) των Ρώσων το 2009, στην οποία, όπως υποστηρίζεται από κύκλους των δυτικών, περιλαμβάνονταν και προσομοίωση επίθεσης με πυρηνικά εναντίον της Βαρσοβίας. Υπάρχουν ακόμη οι φιλοδοξίες της Κίνας ως επερχόμενης παγκόσμιας δύναμης, οι απειλητικές κορώνες του εκρηκτικού D Trump και η στάση του Κιμ Γιονγκ Ουν, ο οποίος αμφισβητεί ευθέως το εύρος της επικυριαρχίας των ΗΠΑ. Εκτός αυτών πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στις συμφωνίες για τον περιορισμό των στρατηγικών όπλων (SALT) δεν περιλαμβάνονται τα τακτικά πυρηνικά2 όπλα, δηλαδή όπλα ισχύος μέχρι και 5 κιλοτόνους (kt). Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι σε μια σύγκρουση περιορισμένης κλίμακας η χρήση τους, συμβατικά τουλάχιστον, δεν αποκλείεται. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί και έχει μια ιδιαίτερη σημασία ότι η Βόρεια Κορέα ήταν η μόνη χώρα που διαθέτει πυρηνικά και είχε ψηφίσει υπέρ της διαπραγμάτευσης της συμφωνίας για την ολοσχερή απαγόρευσή τους (Treaty on the Prohibition of Nuclear Weapons), όταν στις 27 Οκτωβρίου 2016 είχε κατατεθεί η σχετική πρόταση στην ολομέλεια του ΟΗΕ από χώρες που δεν κατέχουν πυρηνικά. Όταν όμως στην ψηφοφορία της 7ης Ιουλίου 2017 απείχαν όλα τα κράτη που έχουν στην κατοχή τους πυρηνικά, όπως και όλες οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, άλλαξε και η στάση της Βόρειας Κορέας.

Τα προηγούμενα εύλογα αναζωπυρώνουν τις ανησυχίες ακόμη και για μια πυρηνική σύγκρουση, την οποία τα έγκριτα συστημικά μέσα ενημέρωσης, κυρίως της δύσης, θα αναλάμβαναν να απενοχοποιήσουν αποδίδοντάς την σε λάθος.

Αναφερόμενος στο θέμα ο βρετανικός The Economist, ενώ σε προγενέστερα άρθρα του παρέμενε αποστασιοποιημένος και φλεγματικός: Only a fool could fail to be alarmed, τώρα ανησυχεί φανερά και γίνεται πιο συγκεκριμένος και δηκτικός: But perhaps the greatest danger at present is the incumbency of an American president. Κι όλα αυτά βέβαια πριν τις παλινωδίες του D Trump, ο οποίος απειλεί να ακυρώσει την ιρανική συμφωνία, παρά τις διαμαρτυρίες των Ευρωπαίων συμμάχων του, οι οποίοι, μετά τη δήλωση της A Merkel της 29ης Μαΐου 2017 ότι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στους Αμερικανούς, συνειδητοποιούν επιτέλους τη γύμνια τους.

Αν για την τελευταία εκτίμηση του περιοδικού οι συντάκτες συσχέτισαν την υποτιθέμενη διπλωματική απειρία του σημερινού Προέδρου με την στάση του τότε θεωρούμενου ως αμύητου Harry Truman, ο συνειρμός είναι ανατριχιαστικός. Και για να το θέσω με μια άλλη διατύπωση· ποια εμπειρία και πόση μύηση χρειάζεται για να διακρίνει κάποιος το σωστό απ’ το λάθος.

Στα πλαίσια λοιπόν αυτού του ψυχροπολεμικού κλίματος ας θυμηθούμε τους πρωταγωνιστές και την πορεία τους στο δρόμο προς την κατάκτηση μιας ακόμη κορυφής στην ανθρώπινη κτηνωδία. Συγκεκριμένα στην κατασκευή και χρήση των πρώτων ατομικών βομβών εναντίον της Ιαπωνίας στις 6 & 9 Aυγούστου 1945.

H Επιστολή του Albert Einstein.

Ήταν η 2η Αυγούστου του 1939 όταν, με την προτροπή του προστατευόμενού του Ούγγρου φυσικού Leó Szilárd, ο οποίος είχε συντάξει και την ιστορική επιστολή, ο επιφανής Albert Einstein απευθύνονταν στον Franklin D. Roosevelt. Μ’ αυτήν ενημέρωνε τον Αμερικανό Πρόεδρο για τις προόδους στον τομέα των ατομικών ερευνών και τον προειδοποιούσε για το ενδεχόμενο να προηγηθούν οι Γερμανοί στη στρατιωτική αξιοποίηση της ασύλληπτης δύναμης των πυρηνικών. Όλοι γνώριζαν τι θα σήμαινε αυτό. Ο εφιάλτης από την ύπουλη και αδίστακτη χρήση των δηλητηριωδών αερίων στις 22 Απριλίου 1915 στη δεύτερη μάχη του Ύπρ κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους Γερμανούς ήταν ζωντανός. Δεν υπήρχαν περιθώρια για εθελοτυφλία και αυταπάτες. Ωστόσο, και όπως πιστεύω ότι θα φανεί παρακάτω, εκείνοι για τους οποίους λειτούργησε πραγματικά αποτρεπτικά το συγκεκριμένο ιστορικό προηγούμενο, που είχε ως έναν από τους αρνητικούς πρωταγωνιστές τον όντως σπουδαίο χημικό Fritz Haber, ήταν μια κρίσιμη ομάδα Γερμανών επιστημόνων. Ein szil

Μετά την ανακάλυψη της τεχνητής ραδιενέργειας το 1935 από τους Γάλλους χημικούς Frédéric και Irène Joliot-Curie, ακολουθούσε η επιτυχής διάσπαση του ατόμου από τον σπουδαίο Γερμανό χημικό Otto Hahn3 και τον βοηθό του Fritz Straßmann τον Δεκέμβριο του 1938. Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1939, η Elise Meitner4 σε συνεργασία με τον επίσης φυσικό και συγγενή της Otto Frisch, ενημερωμένη στις 19 Δεκεμβρίου 1938 από τον ίδιο τον Όττο Χαν για την σημαντική πρόοδο, θα εκπονούσε την πρώτη φυσική-μαθηματική περιγραφή του φαινομένου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 1940, οι Γερμανοί πολιτικοί πρόσφυγες Otto Frisch και Rudolf Peierls θα συνέτασσαν στο Πανεπιστήμιο του Birmingham το γνωστό ως Frisch-Peierls Memorandum, στο οποίο εξηγούσαν με ακρίβεια η τρομακτική δύναμη που θα απελευθερώνονταν από την έκρηξη μιας ατομικής βόμβας που θα περιείχε δέκα κιλά ισοτόπου 235 του ουρανίου. Ουσιαστικά υποστήριζαν ότι η έκρηξη μιας ποσότητας ενός κιλού U235 ισοδυναμούσε με την καταστροφική ισχύ που μπορούσαν να προκαλέσουν εκατοντάδες τόνοι τρινιτροτολουόλης (TNT). Το μνημόνιο έδωσε μεν το έναυσμα για τη σύσταση του βρετανικού Military Application of Uranium Detonation (MAUD Committee), αλλά πέραν αυτού η κινητοποίηση εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή υπήρξε περιορισμένη. Το μοναδικό υπολογιστικό λάθος που υπήρχε στο μνημόνιο αφορούσε την ποσότητα της κρίσιμης μάζας του σχάσιμου υλικού για τη λειτουργία του όπλου.

Πρέπει λοιπόν να τονιστεί, επειδή έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των εξελίξεων και της τελικής έκβασης, ότι η διάσπαση του ατόμου δεν κρατήθηκε μυστική από τους Γερμανούς επιστήμονες· ο Otto Hahn τη δημοσιοποίησε και επίσημα στις 6 Ιανουαρίου 1939 στο επιστημονικό περιοδικό Naturwissenschaften. Όπως μάλιστα θα τόνιζε ο Otto Frisch το 1944, η ανακάλυψη των Otto Hahn και Fritz Straßmann ήταν αυτή που κατέστησε δυνατή την κατασκευή της ατομικής βόμβας.

Στην παρότρυνση του A Einstein ο Αμερικανός Πρόεδρος σχεδόν δεν αντέδρασε. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1940 είχαν διατεθεί όλο κι όλο έξι χιλιάδες δολάρια για την έναρξη των ερευνών υπό την επιστασία του L J Briggs, διευθυντή του National Bureau of Standards. Για τις ΗΠΑ και τους πολίτες της, όπως και για αρκετούς Ευρωπαίους, που ζούσαν ακόμη στη μακαριότητα με την πεποίθηση ότι ο A Hitler θα στρέφονταν κυρίως εναντίον της ανατολικής Ευρώπης, η γενίκευση του πολέμου φάνταζε μακρινή, ίσως και αδιάφορη.

Θα περνούσε ένας ακόμη χρόνος για να βγει από την αδράνεια η Αμερική και το Αμερικανικό Κογκρέσο να ψηφίσει στις 18 Φεβρουαρίου1941το Lend-Lease Act. Σύμφωνα με τη νομοθετική αυτή πράξη, γνωστότερη με την επίσημη και αποκαλυπτική ονομασία της ως An Act to Promote the Defense of the United States, οι ΗΠΑ θα παρείχαν ευρύτατη και σημαντική υλική στήριξη με μια μορφή χρονομίσθωσης, η οποία μέχρι τον Αύγουστο του 1945 θα έφτανε τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια και θα απευθύνονταν στις χώρες που θα αγωνίζονταν ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα. Οι χώρες που κυρίως επωφελήθηκαν από τη συγκεκριμένη πράξη ήταν η Μεγάλη Βρετανία, Η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα.

Ο Α Αϊνστάιν, που είχε αποκηρύξει την γερμανική του υπηκοότητα από το 1933 και ήταν γνωστός για τις ειρηνόφιλες θέσεις του, επανήλθε με μια δεύτερη επιστολή στις 7 Μαρτίου 1940. Στην προσπάθειά του να αφυπνίσει την κοινωνία του κοιμισμένου γίγαντα, που στη σύγκρουση έβλεπε έναν ακόμη ευρωπαϊκό εμφύλιο, αναφερόταν στην αυξημένη ζήτηση για ουράνιο από τη Γερμανία και την εντατικοποίηση του ατομικού προγράμματος των Γερμανών. Χρειάστηκε να περάσουν άλλοι 18 μήνες για να κινητοποιηθεί ο μηχανισμός και να αρχίσει τελικά υπό άκρα μυστικότητα η οργάνωση του Σχεδίου Μανχάταν. Ότι όμως θα ακολούθησε την περίοδο της μακαριότητας ήταν χωρίς προηγούμενο.

Τα γεγονότα που επέδρασαν καταλυτικά στην αλλαγή της στάσης του F. D. Roosevelt, όσον αφορά τις ενέργειες για την κατασκευή της ατομικής βόμβας, τοποθετούνται στο διάστημα από τα μέσα του Σεπτεμβρίου του 1941 έως και τις αρχές Ιουνίου του 1942. Το πρώτο συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1941, όταν έλαβε χώρα η πολυθρύλητη επίσκεψη των Werner Heisenberg και Carl Friedrich von Weizsäcker στον φημισμένο Δανό φυσικό Niels Bohr, ο οποίος διατηρούσε επαφές και με τις δύο πλευρές. Τότε συνειδητοποιήθηκαν και οι πραγματικές διαστάσεις των απειλών που προδιαγράφονταν στο Frisch-Peierls Memorandum. Το δεύτερο, επίσης καθοριστικό γεγονός, υπήρξε η πρώτη αλυσιδωτή αντίδραση, την οποία κατόρθωσε πειραματικά τον Ιούνιο του 1942 στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας ο φυσικός Robert Döpel εφαρμόζοντας τους υπολογισμούς και τις υποδείξεις του επιβλέποντα καθηγητή του τμήματος Werner Heisenberg.

Και στα δύο αυτά περιστατικά θα επανέλθουμε λεπτομερέστερα παρακάτω. Otto Hahn und Lise Meitner

Πρόγραμμα Manhattan & Project Y

Στις 6 Δεκεμβρίου 1941, μία ημέρα πριν την εκδήλωση της ιαπωνικής επίθεσης στο Pearl Harbor και έντεκα μήνες μετά την έγκριση της κολοσσιαίας πράξης Lend-Lease Act ο Πρόεδρος αποφάσιζε τη σύσταση της επιτροπής S-1 (S-1Executive Committee) υπό τη διεύθυνση του έμπιστού του και προσωπικού του τεχνικού συμβούλου Vannevar Bush, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής του Office of Scientific Research and Development (OSRD). Μερικές εβδομάδες αργότερα, στις αρχές του 1942, το περιοδικό Colliers Weekly αναφερόμενο στον V Bush τον παρουσίαζε ως the man who may win or lose the war. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1942 η διοικητική οργάνωση του προγράμματος αναθέτονταν στον μυστικοπαθή και συγκεντρωτικό συνταγματάρχη Leslie Groves. Η επιστημονική επίβλεψη του Manhattan Project ανατέθηκε στον καθηγητή της Χημείας James Bryant Conant, ο οποίος ήταν επίσης Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Harvard και μετείχε από το 1940 στην National Defense Research Committee. Στα τρία χρόνια της διάρκειας του εγχειρήματος οι υποδομές έλαβαν κολοσσιαίες διαστάσεις. Οι προηγούμενοι θα τελούσαν υπο την γενική επιστασία του V Bush, ο οποίος στη συνέχεια αναδείχτηκε σ’ έναν από τους θεμελιωτές του Military–Industrial Complex (MIC)· το Πρόγραμμα Manhattan θα προσέφερε την αναγκαία τεχνογνωσία και τις υποδομές. Στους κινδύνους και τις απειλές που απέρρεαν από το σύμπλεγμα αυτό για τη δημοκρατία θα αναφερόταν επισταμένα ο Πρόεδρος Dwight Eisenhower στον αποχαιρετιστήριο λόγο του στις 17 Ιανουαρίου 1961. Σε τριάντα σημεία κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και στον Καναδά και την Μεγάλη Βρετανία, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, μιας πανσπερμίας ειδικοτήτων και επιπέδων, από κατόχους Nobel στις φυσικές επιστήμες μέχρι απλούς εργάτες, οι περισσότεροι απ’ αυτούς αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο εργάστηκαν για την επιτυχία του εγχειρήματος. Τον Ιούνιο του 1944 αριθμούσαν περί τις 127 χιλιάδες, στους οποίους περιλαμβάνονταν 1.800 στρατιωτικοί. Ένα χρόνο αργότερα, όταν πλέον όλα θα είχαν κριθεί, ο αριθμός των στρατιωτικών θα ανερχόταν στους 5.600, με το γενικό σύνολο των εργαζομένων στο πρόγραμμα να περιορίζεται στις περίπου 100 χιλιάδες ανθρώπους. Το κόστος, που δεν είχε πλέον καμμία απολύτως σημασία, έφτασε στο θηριώδες για την εποχή ύψος των 1,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή περί τα 27 δισεκατομμύρια δολάρια σε τιμές του 2016. Η ιδιότυπη συνωμοτικότητα ήταν τέτοια, ώστε να υποστηρίζεται ότι ο Αντιπρόεδρος Henry Wallace, όπως και ο διάδοχός του στην Αντιπροεδρία Harry Truman και η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είχαν μυηθεί στο Σχέδιο. Αρκετοί από εκείνους που εργάζονταν στο πρόγραμμα αντιλήφθηκαν ή προσποιήθηκαν ότι αντιλήφθηκαν σε τι συμμετείχαν μετά τη χρήση των όπλων.

Σίγουρα δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις και πολύ περισσότερο συμψηφισμοί μεταξύ των ιστορικών γεγονότων. Μπορεί ωστόσο να διαπιστωθεί μια ομοιότητα στον τρόπο που επιλέχτηκε για την απάλυνση των ευθυνών και τον μετριασμό των συνειδησιακών κρίσεων που είχε εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση με τη μέθοδο που είχε ενσωματωθεί στην αρχιτεκτονική της Τελικής Λύσης για την εξόντωση των Εβραίων· στη δίκη του ο Adolf Eichmann, όπως και σχεδόν όλοι οι πριν και οι μετά από αυτόν, υποστήριζε ότι δεν ήταν παρά ένα ακόμη γρανάζι μιας μηχανής, που εκτελούσε ευσυνείδητα τις εντολές που έπαιρνε. Το ότι η μέθοδος του επιμερισμού δεν έπειθε ούτε τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του Προγράμματος Μανχάταν φαίνεται, ίσως και να αποδεικνύεται, από το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους επιστήμονες που είχαν συμβάλει στην επιτυχία του, μετά τον πόλεμο και με την άνεση της ύστερης γνώσης, έχοντας κατά νου περισσότερο την υστεροφημία τους, είχαν επιδοθεί σε διάφορους θεατρινισμούς για τη μη διάδοση και χρήση των ατομικών όπλων, για την παγκόσμια ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό. Εύλογα λοιπόν εγείρεται το ερώτημα του με ποιο άλλο δικαίωμα, πέρα απ’ αυτό της ισχύος, οι πολιτικοί επίγονοι των προηγουμένων αμφισβητούν την ίδια δυνατότητα σε άλλους.

Ως επικεφαλής της καρδιάς του αμερικανικού προγράμματος στο Los Alamos, δηλαδή της ομάδας που θα εστίαζε αποκλειστικά στην κατασκευή του ατομικού όπλου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, του Project Y, από τον Δεκέμβριο του 1943 ορίστηκε ο θεωρητικός φυσικός Robert Oppenheimer. Αυτός υποκατέστησε τον Grigory Breit-Shneider, ο οποίος ήταν η πρώτη επιλογή του επιβλέποντα το σχεδιασμό και την κατασκευή του όπλου Arthur Compton, αλλά είχε παραιτηθεί στις 18 Μαΐου 1942, επικαλούμενος προχειρότητα στα μέτρα ασφαλείας και αργοπορίες στην υλοποίηση των σχεδίων. Οι αντιδράσεις κυρίως από την πλευρά των μυστικών υπηρεσιών για την επιλογή υπήρξαν έντονες, αλλά παρακάμφθηκαν. Στον R Oppenheimer, ο οποίος δεν διέθετε τις διακρίσεις αρκετών από τους υφισταμένους του, την περίοδο που ερευνούσε στο Λονδίνο, είχε διαγνωστεί σχιζοφρένια, θεωρούνταν αυτοκαταστροφικός και ενδεχομένως κομμουνιστής. Μέλη του στενού οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος, όπως ο αδερφός του και η νύφη του και η πρώην ερωμένη του ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Ότι δεν είχαν καταφέρει οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες με τον R Oppenheimer, το κατόρθωσαν με τον A Einstein. Ο μεγάλος φυσικός αποκλείστηκε επισήμως από το Σχέδιο Μανχάταν λόγω συμπαθειών προς τον κομμουνισμό. Ανεπίσημα όμως και σιωπηρά σε κρίσιμες στιγμές του ζητήθηκε και αυτός προσέφερε μέσω τρίτων τη συνδρομή του στους επιστήμονες του προγράμματος.

Ως πρώτη ύλη για το πρόγραμμα είχαν αγοραστεί και χρησιμοποιήθηκαν οι 1.130 τόνοι οξειδίου του ουρανίου που είχαν προλάβει να μεταφέρουν στη Νέα Υόρκη οι Βέλγοι, όταν στα τέλη Μαΐου του 1940 επέκειτο η κατάληψη της χώρας τους από τη Wehrmacht. Στις 2 Δεκεμβρίου 1942, όπως θα παρουσιαστεί και παρακάτω, ο σπουδαίος Enrico Fermi, με τη σύμπραξη των I Rabi και P Kusch, βασισμένος στην θεωρητική προεργασία του Leó Szilárd θα κατόρθωνε πειραματικά στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο την πρώτη αλυσιδωτή αντίδραση σε αμερικανικό έδαφος.Ωστόσο η στρατιωτική αξιοποίηση της επιτυχίας, που θα ήταν η ατομική βόμβα, καθυστερούσε. Έτσι τον Απρίλιο του 1943 ο Enrico Fermi, πανικόβλητος από τον φόβο ότι οι Γερμανοί μπορεί να προηγούνταν στην κατασκευή του όπλου, εισηγήθηκε στον Robert Oppenheimer να δηλητηριαστούν τρόφιμα που θα καταναλώνονταν από Γερμανούς πολίτες με ραδιενεργά απόβλητα. Ο R Oppenheimer εκτίμησε την ιδέα ως πολλά υποσχόμενη, την έθεσε υπ’ όψη των Leslie Richard Groves και James Bryant Conant. Παράλληλα συζήτησε το ενδεχόμενο με τον μετέπειτα πατέρα της υδρογονοβόμβας Ούγγρο φυσικό Edward Teller, ο οποίος πρότεινε ως δηλητήριο το στρόντιο-90. Ο R Oppenheimer θεώρησε την ιδέα άξια εφαρμογής μόνο αν θα μπορούσαν να δηλητηριαστούν αρκετά τρόφιμα, ώστε να προκαλέσουν τον θάνατο τουλάχιστον σε μισό εκατομμύριο ανθρώπους.

Das Uranprojekt & Οι Λευκοί Εβραίοι

Όταν στις 29 Απριλίου 1939 οι Γερμανοί συγκροτούσαν την πρώτη τους ομάδα και κατήρτιζαν το δικό τους σχέδιο διέθεταν σαφή και σημαντικά πλεονεκτήματα τεχνογνωσίας και υποδομών. Ήδη στις 24 Απριλίου 1939 ο Paul Harteck, διευθυντής του τμήματος φυσικοχημείας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και σύμβουλος της υπηρεσίας έρευνας και ανάπτυξης του στρατού (HWA) σε συνεργασία με τον βοηθό του Wilhelm Groth είχαν επιστήσει την προσοχή στο Υπουργείο Πολέμου (RKM) της δυνατότητας στρατιωτικής αξιοποίησης των πυρηνικών αλυσιδωτών αντιδράσεων. Δύο μέρες νωρίτερα, στις 22 Απριλίου, οι φυσικοί Wilhelm Hanle και Georg Joos ενημέρωναν το Υπουργείο Παιδείας (REM) για τις τεχνικές και στρατιωτικές δυνατότητες της σχάσης του ατόμου. Επικεφαλής αυτής της πρώτης ομάδας εργασίας τέθηκε ο φυσικός και πρώην Πρόεδρος του Ιδρύματος Φυσικής & Τεχνολογίας (PTR) Abraham Esau. Αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 το πρόγραμμα, γνωστό ως Uranprojekt, όπως και όλα τα εργαστήρια που λειτουργούσαν ανεξάρτητα και σχετίζονταν με το συγκεκριμένο αντικείμενο, τέθηκαν υπό την εποπτεία του κέντρου ερευνών και ανάπτυξης του στρατού (Heereswaffenamt). Οι επιστήμονες που βρίσκονταν στην πρωτοπορία του κλάδου κλήθηκαν στο Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής στο Dahlem του Βερολίνου. Σκοποί της Ομάδας Εργασίας Πυρηνικής Φυσικής, όπως ήταν η επίσημη ονομασία του Uranprojekt, ήταν η κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρα, η εξασφάλιση όλων των αποθεμάτων ουρανίου της Γερμανίας και η σύμπραξή της με το Πανεπιστήμιο του Göttingen. Μια από τις πρώτες ενέργειες της επιτροπής ήταν να απευθύνει μομφή στον απόντα από την πρώτη αυτή συνάντηση Otto Hahn για την δημοσιοποίηση της κρίσιμης ανακάλυψής του. Ωστόσο η αδιαμφισβήτητη αξία του τον καθιστούσε απαραίτητο στις δράσεις που σχεδιάζονταν.

Εκείνος όμως που επρόκειτο να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στις εξελίξεις, και που, πριν την επιβολή του, για την αποκατάστασή του στη γερμανική κοινωνία της εποχής, ίσως και τη διάσωσή του, χρειάστηκε πέραν της επιστημονικής του υπεροχής και η προσωπική παρέμβαση του Αρχηγού των SS του διαβόητου Heinrich Himmler, ήταν ο κορυφαίος φυσικός Werner Heisenberg5. Ο αποκαλούμενος λευκός εβραίος.

Για τη μετέπειτα στάση αυτού ανθρώπου, όσο και για την έκβαση των εργασιών με σκοπό την κατασκευή της ατομικής βόμβας στη ναζιστική Γερμανία είναι απαραίτητη μια σύντομη παρέκβαση.

Στον φυλετικό παροξυσμό τους οι εθνικοσοσιαλιστές δεν περιορίζονταν μόνο στη δαιμονοποίηση των αλλόθρησκων συμπολιτών τους, αλλά έφταναν στο σημείο ν’ αποκηρύσσουν και πρωτοποριακές επιστημονικές ανακαλύψεις. Γερμανοί επιστήμονες, που συμμετείχαν σ’ αυτές ή και συνεργάζονταν με εβραϊκής καταγωγής φυσικούς, όπως οι Albert Einstein, Max Born και Wolfgang Pauli, λοιδορούνταν. Πρωτεργάτες της κίνησης για μια Άρια ή Γερμανική Φυσική ήταν οι Philipp Lenard και Johannes Stark, οι οποίοι είχαν μάλιστα τιμηθεί και με το Βραβείο Nobel Φυσικής το 1905 και το 1919 αντίστοιχα. Οι προηγούμενοι, P Lenard και J Stark και οι συνοδοιπόροι τους, όσο οι εξελίξεις στην επιστήμη τους προσπερνούσαν, τόσο η υστέρησή τους εκδηλωνόταν με εντεινόμενο αρνητισμό και εμπάθεια. Μια εμπάθεια που έπαιρνε τη μορφή τυφλού μίσους καθώς στην πρωτοπορία των φυσικών επιστημών βρίσκονταν και εβραϊκής καταγωγής επιστήμονες. Έτσι χαρακτήριζαν τη Θεωρία της Σχετικότητας ως εβραϊκή απάτη (Judenbetrug) και την Κβαντομηχανική ως εβραϊκή φυσική (Jüdische Physik). Η πολεμική εναντίον του Werner Heisenberg ειδικότερα και της θεωρητικής φυσικής γενικά είχε φτάσει στην κορύφωσή της, όταν την 1η Απριλίου 1935 επρόκειτο να αποχωρήσει από την έδρα του και την προεδρία του Τμήματος Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου ο θρυλικός Γερμανός καθηγητής της θεωρητικής φυσικής Arnold Sommerfeld6. Η οξεία διαμάχη έμελλε να διαρκέσει σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ο ίδιος και η επιστημονική κοινότητα πρότειναν ως πρώτη επιλογή για τη διαδοχή του τον Β Χάιζενμπεργκ. Η κίνηση Deutsche Physik αντέδρασε έντονα. Ο Β Χάιζενμπεργκ ανακρίθηκε από τα SS (Schutzstaffel). Ο παραλογισμός εναντίον της θεωρητικής φυσικής ήταν τόσο ανερμάτιστος, που διάβρωνε ακόμη και τις τάξεις των φημισμένων για τη σιδηρά πειθαρχία τους Ταγμάτων Ασφαλείας. Η τριμελής επιτροπή φυσικών που ανέκρινε τον W Heisenberg, στην οποία μετείχε και ο Johannes Juilfs που είχε εξεταστεί και από τον ανακρινόμενο στην παρουσίαση της διδακτορικής του διατριβής, αποδέχτηκε την ορθότητα των επιχειρημάτων του επιστήμονα. Παρόλα αυτά σε δημοσιεύματα των εντύπων του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος το 1936 και του επισήμου οργάνου των Ταγμάτων Ασφαλείας, στην εφημερίδα Das Schwarze Korps, το 1937 ο περίφημος φυσικός, όπως και ο δάσκαλός του A Sommerfeld, στοχοποιούνταν ως λευκοί εβραίοι (weiße Juden) και μάλιστα από τον ίδιο τον συνάδελφό τους J Stark. Το γεγονός ισοδυναμούσε με προγραφή. Ανήσυχος ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ απευθύνθηκε στον Χ Χίμλερ και επιπρόσθετα ζήτησε τη βοήθεια της οικογένειάς του, η οποία διατηρούσε μια μακρινή γνωριμία με τους γονείς του H Himmler στην ιδιαίτερη πατρίδα τους το Μόναχο. Έτσι στις 21 Ιουλίου 1938 ο Αρχηγός των SS συνέταξε δύο επιστολές· η μία απευθύνονταν στον Reinhard Heydrich και η άλλη στον σπουδαίο φυσικό. Στην πρώτη εξηγούσε στον Gruppenführer R Heydrich ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να στερηθεί των υπηρεσιών ή να σιωπήσει τον W Heisenberg, ο οποίος θα μπορούσε να διδάξει τη νέα γενιά φυσικών. Με τη δεύτερη γνώριζε στον συντηρητικών πολιτικών πεποιθήσεων κορυφαίο επιστήμονα ότι συνέτασσε την επιστολή ύστερα από σύσταση της οικογένειάς του και τον προειδοποιούσε του λοιπού να διαχωρίζει τα αποτελέσματα της επαγγελματικής έρευνας από τις προσωπικές αντιλήψεις και πολιτικές θέσεις του. Tο διάστημα Ιουνίου-Ιουλίου 1939 ο W Heisenberg επισκέπτονταν στις ΗΠΑ τον ολλανδικής καταγωγής φυσικό Samuel Goudsmit, στο Πανεπιστήμιο του Michigan, όπως και με τον βραβευμένο το 1927 με το Nobel στη Φυσική Arthur Compton, ο οποίος το 1942 θα κατείχε καίρια θέση στο Πρόγραμμα Μανχάταν. Εκεί του έγινε η πρόταση να μεταναστεύσει και να συνεχίσει το έργο του, αποφεύγοντας έτσι και την επιθετική εχθρότητα των ναζί. Ο W Heisenberg αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι δεν σκόπευε να εγκαταλείψει τη χώρα του και τους νέους συναδέλφους του που προσέβλεπαν σ’ αυτόν εξαιτίας των εθνικοσοσιαλιστών. Στη διάρκεια της επίσκεψης αυτής είχε συναντηθεί και είχε συζητήσει για την έκταση του κινδύνου από τον επερχόμενο πόλεμο και τις εξελίξεις στις φυσικές επιστήμες με τον επίσης γνώριμό του Enrico Fermi. Την 1η Δεκεμβρίου 1939 τερματίζονταν η αντιπαράθεση για τη διαδοχή του A Sommerfeld στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου με την επικράτηση της κίνησης Deutsche Physik. Στη θέση του A Sommerfeld είχε επιλεγεί ο άγνωστος φυσικός Wilhelm Müller, ο οποίος είχε ενταχτεί στις γραμμές του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος (NSDAP) το 1933 κα στις τάξεις των Ταγμάτων Εφόδου (SA) το 1936. Η απροκάλυπτη κομματική παρέμβαση στις ακαδημαϊκές διεργασίες συνιστούσε μια πρωτόφαντη εξέλιξη στην επιστημονική κοινότητα της Γερμανίας. Οι επιπτώσεις υπήρξαν ευρύτερες και υπερέβαιναν κατά πολύ το πρόσωπο του εγκάθετου W Müller. Μία από αυτές υπήρξε και το γεγονός ότι στη Γερμανία, που προπολεμικά βρισκόταν στην παγκόσμια πρωτοπορία των φυσικών επιστημών, με το τέλος του πολέμου βρέθηκε να στερείται από φυσικούς γεννημένους μεταξύ των ετών 1915 και 1925.

Τα προηγούμενα δείχνουν την εντέλει αυτοκαταστροφική λειτουργία της μισαλλοδοξίας. Στην προκειμένη περίπτωση τη διαπιστώνουμε στο πρόγραμμα ατομικών ερευνών της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Αυτό συνέβαινε με δύο τρόπους. Από τη μια μεριά η ακαδημαϊκή κοινότητα είχε αποδυναμωθεί ήδη από τον έμμεσο εξαναγκασμό κορυφαίων επιστημόνων με εβραϊκές καταβολές, όπως των Albert Einstein, Max Born, Elise Meitner, Erwin Schrödinger, Wolfgang Pauli, Otto Frisch, Rudolf Peierls και Hans Bethe να εκπατριστούν. Το 1938 μάλιστα η Γερμανική Εταιρία Φυσικής (Deutsche Physikalische Gesellschaft) υπό τον Ολλανδό φυσικό και χημικό Peter Debye απαιτούσε και από τα εναπομείναντα μέλη της με εβραϊκή καταγωγή να αποχωρήσουν από την επιστημονική οργάνωση. Ήδη από το 1933 ο Max Planck, ο πατριάρχης της σύγχρονης φυσικής, είχε προειδοποιήσει τον A Hitler για τις ολέθριες επιπτώσεις των φυλετικών διωγμών στη χώρα, που είχαν ως συνέπεια και την παρεπόμενη ενίσχυση των ανταγωνιστών τους. Τότε ο Max Planck είχε υποστεί την οργίλη και παραληρηματική αντίδραση του Führer. Όταν στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Έρευνας του Ράιχ (Reichsforschungsrat) της 6ης Ιουλίου 1942 οι εθνικοσοσιαλιστές θα κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα με τον γηραιό φυσικό, θα ήταν πλέον αργά. Από την άλλη υπήρχε ο παραγκωνισμός των Γερμανών επιστημόνων που δεν εθελοτυφλούσαν μπροστά στην πρόοδο και δεν ακολουθούσαν τους εθνικοσοσιαλιστές. Έτσι διχάζονταν η ακαδημαϊκή κοινότητα και, όπως θα δούμε παρακάτω, εγείρονταν ερωτήματα για τη σκοπιμότητα και την τελική αξία μιας επιτυχίας τους στον τομέα των ατομικών ερευνών.

Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το κλίμα που επικρατούσε στον συγκεκριμένο χώρο, όταν τον Σεπτέμβριο του 1939 κλήθηκαν οι ομάδες των φυσικών που ασχολούνταν με την ανάπτυξη και αξιοποίηση της ατομικής ενέργειας, όπως επίσης και μονάδες της χημικής βιομηχανίας να τεθούν υπό την εποπτεία του ικανού φυσικού και μέλους του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος Kurt Diebner και του βοηθού του Erich Bagge στο ερευνητικό κέντρο του στρατού στο Kummersdorf-Gut στην περιοχή του Βερολίνου. Οι εν λόγω ομάδες των επιστημόνων, που δραστηριοποιούνταν στον συγκεκριμένο τομέα ήταν οι Werner Heisenberg, Carl Friedrich von Weizsäcker και Karl Wirtz στο Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής στο Dahlem του Βερολίνου, ο Robert Döpel στον τομέα της Πειραματικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Λειψίας, η ομάδα του προαναφερθέντος Kurt Diebner και οι Paul Harteck και Wilhelm Groth στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Έμμεσα συμμετείχαν το Kaiser Wilhelm Institut Χημείας με τους Otto Hahn και Max von Laue στο Dahlem του Βερολίνου, το ερευνητικό εργαστήριο για τη Φυσική των Ηλεκτρονίων υπό τον Manfred von Ardenne επίσης στο Βερολίνο, όπως και τα Πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης με τους Walther Bothe και Wolfgang Gentner και του Göttingen με τους Wilhelm Hanle και Georg Joos. Από την πλευρά της βιομηχανίας συμμετείχαν η Auergesellschaft στο Oranienburg για την παραγωγή οξειδίου του ουρανίου από ορυκτό μετάλλευμα του στοιχείου. Η Degussa στη Φρανκφούρτη για την παραγωγή καθαρού ουρανίου, η εταιρία Anschütz & Co GmbH στο Κίελο για την ανάπτυξη και κατασκευή φυγοκεντρικών μηχανών για τον εμπλουτισμό του ουρανίου, οι εγκαταστάσεις των Leunawerke της I.G. Farben στο Merseburg για την παραγωγή βαρέος ύδατος. Στην τροφοδοσία του συγκεκριμένου υλικού προστέθηκε και η παραγωγή της νορβηγικής Norsk Hydro μετά την κατάληψη της χώρας από τη Γερμανία τον Απρίλιο του 1940. Εκτός των προηγουμένων οι Γερμανοί υπερτερούσαν αρχικά και στην πρώτη ύλη. Κατά την προπολεμική περίοδο ουρανιούχο μετάλλευμα είχε ανακαλυφθεί και εξορυσσόταν κυρίως στο Sankt Joachimsthal της Σουδητίας στην Τσεχοσλοβακία, στο τότε Βελγικό Κονγκό, στην Πολιτεία του Κολοράντο και στον Βόρειο Καναδά. Μετά την κατάληψη της Σουδητίας από τη Γερμανία το 1938 τα ορυχεία του Sankt Joachimsthal προμήθευαν κάθε μήνα με περίπου έναν τόνο μεταλλεύματος ουρανίου τη Γερμανία. Μετά την κατάληψη του Βελγίου στις αρχές του καλοκαιριού του 1940 και για όσο διάστημα διάρκεσε η κατοχή, δηλαδή μέχρι και τα τέλη του 1944 και τις αρχές του 1945 η Γερμανία θα αποκτούσε σταδιακά άλλους 3.500 τόνους μεταλλεύματος ουρανίου που εξορυσσόταν από την Union Minière du Haut Katanga στο τότε Βελγικό Κονγκό.

Οι διάφορες ομάδες εργασίας πρότειναν λύσεις για το υλικό της σχάσης και τα επιβραδυντικά στοιχεία που απαιτούνταν, ώστε αυτή να καθίσταται ελέγξιμη. Η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι για τις αντιδράσεις θα χρησιμοποιούνταν το ισότοπο U235 που στο φυσικό ουράνιο απαντάται σε ποσοστό μόνο 0,7%. Αυτό σήμαινε ότι το στοιχείο θα έπρεπε να εμπλουτιστεί και υπολογίζονταν ότι η συγκέντρωσή του θα έπρεπε να φτάνει στο 80% ώστε να επιτυγχάνεται η κρίσιμη μάζα για μια αλυσιδωτή αντίδραση. Τεχνικές λύσεις για τον εμπλουτισμό του ουρανίου προτείνονταν από διάφορους επιστήμονες, όπως από τον Wilhelm Walcher στο Κίελο, την ομάδα του Josef Mattauch στο Kaiser Wilhelm Institut Χημείας στο Βερολίνο. Γνωστότερη υπήρξε η πρόταση του φυσικού Heinz Ewald το 1942, η οποία ήταν παρεμφερής μ’ εκείνην που τελικά χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί στο Σχέδιο Μανχάταν. Μια ευφυή πρόταση για την εξοικονόμηση σχάσιμου υλικού είχε καταθέσει ο Friedrich Houtermans της ερευνητικής ομάδας του Manfred von Ardenne. Ο συγκεκριμένος επιστήμονας είχε εισηγηθεί τη χρήση του ισοτόπου U238 που βρίσκεται σε σημαντικότατες συγκεντρώσεις, δηλαδή πάνω από 90%, στα μεταλλεύματα του ουρανίου, από το οποίο στη συνέχεια θα μπορούσαν να παράξουν με σχετικά απλό τρόπο το επίσης εύκολα σχάσιμο ισότοπο του πλουτωνίου Pu239 Η πρόταση του F Houtermans εγκαταλείφθηκε, ύστερα από εισήγηση του Carl Friedrich von Weizsäcker προς το Heereswaffenamt με το σκεπτικό ότι από το πλουτώνιο θα μπορούσαν να κατασκευαστούν μηχανές, δηλαδή βόμβες, μικρής ισχύος. Διχογνωμία επικρατούσε και για το επιβραδυντικό υλικό. Ο W Heisenberg υποστήριζε ως λύση τη χρήση βαρέος ύδατος, το οποίο όμως δεν διέθεταν σε επαρκείς ποσότητες. Ωστόσο στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης ο Walther Bothe δοκίμαζε τη χρήση του γραφίτη με σχετικά ικανοποιητικά αποτελέσματα, αλλά χαρακτήρισε την ιδέα ως μια λύση έσχατης ανάγκης, επειδή το συγκεκριμένο υλικό απορροφούσε υπερβολικό αριθμό νετρονίων. Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ο γραφίτης που είχε χρησιμοποιήσει ο W Bothe περιείχε προσμίξεις βορίου (Β), στο οποίο οφειλόταν η ισχυρή απορρόφηση των νετρονίων. Τελικά επικράτησε η πρόταση του W Heisenberg.

Τους πρώτους μήνες του 1940 παράλληλα με τους W Heisenberg στο Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής του Βερολίνου και Kurt Diebner στο Kummersdorf επίσης στη γερμανική πρωτεύουσα, εργαζόνταν και ο Paul Harteck στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου για την κατασκευή αντιδραστήρα. Πέρα από την έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους, αφού και οι τρείς είχαν επινοήσει διαφορετικούς τρόπους για τη λειτουργία του, υπέβοσκαν ανταγωνισμοί και δημιουργούνταν προστριβές για την κατανομή και χρήση του ουρανίου που θα χρησιμοποιούνταν στις δοκιμές. Η κατάσταση μάλιστα περιπλέκονταν περισσότερο μεταξύ των W Heisenberg και Paul Harteck, καθώς ο δεύτερος πειραματίζονταν με ξηρό πάγο, δηλαδή τη στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα, ως επιβραδυντικού, η διάρκεια ζωής του οποίου έφτανε μόλις την εβδομάδα. Ενώ συνέβαιναν αυτά και καταδείκνυαν την απουσία ενός ιθύνοντα νου, που θα μπορούσε να συγκεράσει τις αντιθέσεις, το γερμανικό πρόγραμμα αποδυναμώνονταν περαιτέρω. Το καλοκαίρι του 1939 είχε προταθεί στον Peter Debye, κάτοχο Nobel στη Χημεία από το 1936 και διευθυντή του Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής του Βερολίνου, είτε να δεχτεί τη γερμανική υπηκοότητα, που πλέον ήταν απαραίτητος όρος για τη θέση που κατείχε, είτε να παραιτηθεί. Ο Peter Debye, ίσως γνωρίζοντας ότι ήταν και ύποπτος για κατασκοπευτική δράση υπέρ της βρετανικής MI6, αναχώρησε για τις ΗΠΑ. Η θέση του αναπληρώθηκε προσωρινά από τον Kurt Diebner. Η βαριά σκιά του W Heisenberg στο Ίδρυμα εμπόδιζε την οριστικοποίηση της εγκατάστασής του ως επικεφαλής.

Η Συνάντηση στην Κοπεγχάγη

Η πραγματική αδυναμία του προγράμματος ατομικών ερευνών της ναζιστικής Γερμανίας θα εκδηλωνόταν ενάμιση χρόνο αργότερα. Αν βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως αδυναμία μια πράξη υπευθυνότητας, που κινήθηκε μεν στα όρια της μειοδοσίας, έχοντας όμως ως στόχο, σε μια εφιαλτική περίοδο για την ανθρωπότητα, τουλάχιστον να μην προστεθεί επιπλέον πόνος. Και πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι αυτό συνέβαινε όταν ακόμη η Wehrmacht διατηρούσε σχεδόν ακέραιες τις δυνάμεις και την ορμητικότητά της. Μέχρι την ώρα εκείνη οι μόνοι που είχαν αντισταθεί στη γερμανική πολεμική μηχανή ήταν οι Βρετανοί, που είχαν αποκρούσει επιτυχώς την Επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων στα τέλη του καλοκαιριού του 1940 και οι Έλληνες με τα περιορισμένα μέσα τους και κάποια υπολείμματα των συμμαχικών δυνάμεων, όσο είχαν καθυστερήσει την επιτυχία της Επιχείρησης Ερμής εναντίον της Κρήτης στα τέλη της άνοιξης του 1941.heis bohr

Τότε από την 15η έως και την 21η Σεπτεμβρίου 1941, ύστερα από πρόταση και πρόσκληση που είχε μεθοδεύσει και εξασφάλισε ο Carl Friedrich von Weizsäcker, ο W Heisenberg επισκέφτηκε την πρωτεύουσα της κατεχόμενης Δανίας για σειρά διαλέξεων. Ο αφανής, αλλά κύριος, σκοπός της επίσκεψης υπήρξε η συνάντησή του με τον περιώνυμο Niels Bohr, για τον οποίο ήταν γνωστό ότι διατηρούσε επαφές με την άλλη πλευρά. Ο σπουδαίος Δανός επιστήμονας, τιμημένος με το Βραβείο Nobel στη Φυσική το 1922, ανήκε στην προηγούμενη γενιά φυσικών, που είχαν έγκαιρα διαβλέψει την καταλυτική σημασία της θεωρίας των quanta στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον W Heisenberg, με τον οποίο διατηρούσαν και φιλική σχέση παρά τη διαφορά της ηλικίας τους. Ήδη από το 1933 είχε διευκολύνει τη διαφυγή και αποκατάσταση μιας πλειάδας επιστημόνων που κινδύνευαν από τους ναζί, έχοντας εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό και την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος Rockefeller. Μετά την κατάληψη της χώρας του από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1940 μετείχε στην εθνική αντίσταση.

Η συζήτηση διεξήχθη κατ’ ιδίαν και εκτιμήθηκε ως μεγάλης ιστορικής σημασίας. Όπως γνωστοποίησε αργότερα ο ίδιος ο W Heisenberg στον συγγραφέα Robert Jungk η συνάντηση αποσκοπούσε στο να καταστήσει σαφείς στον N Bohr τις επιπτώσεις της κατασκευής της ατομικής βόμβας από τη Γερμανία. Και θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα στους φυσικούς της Αμερικής διαβεβαίωνε ακόμη τον συνομιλητή του ότι οι Γερμανοί επιστήμονες θα επιβράδυναν τουλάχιστον προσωρινά τις προσπάθειες τους για την κατασκευή του συγκεκριμένου όπλου. Ο Νιλς Μπορ αιφνιδιάστηκε και τρομοκρατήθηκε. Συμπεραίνοντας μάλιστα ότι παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα οι Γερμανοί εργάζονταν πυρετωδώς για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας, διέκοψε τη συνάντηση και αρνήθηκε περαιτέρω συζητήσεις με τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ. Ο συνομιλητής του, που αργότερα αναθεώρησε την απόφασή του χαρακτηρίζοντάς την πρωτοβουλία του ως αφελή, απέδωσε την αντίδραση του Νιλς Μπορ σε παρεξήγηση. Όταν αυτά έγιναν γνωστά στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο Δανός φυσικός συνέταξε κάποιες επιστολές που αντέκρουαν τον W Heisenberg, τις οποίες όμως δεν κοινοποίησε· δημοσιοποιήθηκαν ύστερα από χρόνια, τη δεκαετία του ’90, μετά το θάνατο και των δύο από το Niels Bohr Institut της Κοπεγχάγης.

Μετά τη διακοπή της συνάντησης ο Niels Bohr ενημέρωσε αρχικά μέσω των μυστικών υπηρεσιών τις βρετανικές και αμερικανικές αρχές για τη συνάντηση. Την ίδια χρονική περίοδο, όπως προαναφέρθηκε, άρχισαν σταδιακά να εντείνονται οι ρυθμοί για την οργάνωση του Σχεδίου Μανχάταν, στην επιτυχία του οποίου θα συνέπραττε ενεργά και ο Niels Bohr, παρά τις μετέπειτα διαψεύσεις του, τις οποίες θα αναιρούσε ο ίδιος ο R Oppenheimer.

Υπό το πρίσμα και της συνάντησης αυτής οι μέχρι τότε αστοχίες στα γερμανικά πειράματα, δύσκολα μπορούν να αποδοθούν στην απειρία ή μόνον σ’ αυτήν. Γνωστή είναι άλλωστε η μετέπειτα δήλωση του Βέρνερ Χάιζενμπεργκ ότι το καλοκαίρι του 1939 θα αρκούσε η συνεννόηση μεταξύ δώδεκα ανθρώπων για να σταματήσει η κατασκευή των ατομικών βομβών. Εκτός αυτών όμως, και όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, όλες οι τεχνικές λύσεις που είχαν προταθεί και εγκαταλείφθηκαν, ύστερα από τις υποδείξεις ή και την άμεση απόρριψή τους από τον Werner Heisenberg και την ομάδα του, εφαρμόστηκαν αμέσως μετά από τους Αμερικανούς και οδήγησαν στην επιτυχία του Σχεδίου Μανχάταν.  

Η Τελική Ευθεία

Στις 8 Δεκεμβρίου 1941, μια ημέρα μετά την επίθεση στο Pearl Harbor, ο Πρόεδρος F D Roosevelt κήρυσσε τον πόλεμο στην Ιαπωνία και στις 11 του ίδιου μήνα στις υπόλοιπες δυνάμεις του Άξονα. Στις 12 Δεκεμβρίου 1941 η Γερμανία απαντούσε κηρύττοντας τον πόλεμο στις ΗΠΑ και ο A Hitler απευθυνόμενος την ίδια μέρα στα ηγετικά στελέχη του NSDAP επαναλάμβανε ότι εάν οι Εβραίοι προκαλούσαν έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο, θα βίωναν τον αφανισμό τους. Περίπου ένα μήνα αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου 1942, συνερχόταν στο προάστειο Wannsee του Βερολίνου η ηγεσία των εθνικοσοσιαλιστών και οριστικοποιούσε τις παραμέτρους της Τελικής Λύσης (Endlösung der Judenfrage) για τον εβραϊκό πληθυσμό των χωρών που κατέχονταν από τη Γερμανία. Με τον συγκεκριμένο ευφημισμό εννοούνταν το Ολοκαύτωμα που θα συνέχιζε του λοιπού ενορχηστρωμένα και σαρωτικά, αλλά με επαναδιατυπωμένο τον τελικό σκοπό της επιχείρησης· η συγκαλυμμένη εξόντωση δια του βίαιου εκτοπισμού και της καταναγκαστικής εργασίας, μεταβαλλόταν σε άμεση και απροκάλυπτη εξολόθρευση, κυρίως και σε πρώτη φάση όσων δεν μπορούσαν να προσφέρουν ως δούλοι στη γερμανική βιομηχανία. Αξίζει και πρέπει να αναφερθεί ότι λαμπρές εξαιρέσεις χωρών που δεν συνέπραξαν ή και αντιτάχτηκαν στους διωγμούς των Εβραίων υπηκόων τους, αν και είχαν συμμαχήσει με τη Γερμανία ή είχαν καταληφθεί απ’ αυτήν, υπήρξαν η Βουλγαρία και η Δανία. Να σημειώσω εδώ παρεμπιπτόντως ότι σύμφωνα με το Atlas of the Holocaust του Καθηγητή Ιστορίας της Οξφόρδης Martin Gilbert η χώρα μας με το εφιαλτικό ποσοστό του 86% κατέχει μια από τις υψηλότερες θέσεις όσο αφορά την εξόντωση των Εβραίων πολιτών της και βρίσκεται στην ίδια θέση με την Ολλανδία και την Ουγγαρία.

Οι εθνικοσοσιαλιστές, που είχαν παραλάβει νομότυπα τη σκυτάλη της εξουσίας το 1933 απο τα αστικά κόμματα, όταν αυτά δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του γερμανικού μεγαλοϊδεατισμού με τα παραδοσιακά μέσα της διπλωματίας και αφού με τις προσαρτήσεις, τους διαμελισμούς και τις εισβολές επαλήθευαν τις προβλέψεις, όπως του Πολωνού Υπουργού των Εξωτερικών Józef Beck μετά τις Συνθήκες του Λοκάρνο (5-16 Οκτωβρίου 1925), ότι από τη Γερμανία είχε ζητηθεί επισήμως να επιτεθεί προς ανατολάς, με αντάλλαγμα την ειρήνη προς δυσμάς, κατηγορούσαν τους Εβραίους ως υποκινητές του πολέμου. Υπενθυμίζω ότι στην περίοδο των 14 χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, από το 1919 έως και το 1933, διενεργήθηκαν 9 εκλογικές αναμετρήσεις και δημιουργήθηκαν 20 κυβερνητικοί σχηματισμοί, που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα τον ευτελισμό και την απαξίωση του κοινοβουλευτισμού στη Γερμανία. Οι συνθήκες της πολιτικής ρευστότητας ευνόησαν τη χρήση του άρθρου 48 του πρώτου δημοκρατικού Συντάγματος της Γερμανίας (Weimarer Reichsverfassung). Το συγκεκριμένο άρθρο έδινε τη δυνατότητα στον Πρόεδρο της χώρας, που εκλεγόταν με άμεση ψηφοφορία από το λαό, ν’ αναστείλει τις συνταγματικές ελευθερίες και να διατάσσει την επέμβαση των Ενόπλων Δυνάμεων, στην περίπτωση που παρεμποδίζεται σημαντικά ή απειλείται η δημόσια ασφάλεια και τάξη. Αυτό το άρθρο, το οποίο είχαν χρησιμοποιήσει και προηγούμενες Κυβερνήσεις της περιόδου, είχαν επικαλεστεί οι εθνικοσοσιαλιστές μετά τον εμπρησμό του Reichstag στις 27 Φεβρουαρίου του 1933 για να εδραιωθούν στην εξουσία.

Στα τέλη της χρονιάς εκείνης, το Δεκέμβριο του 1941, ο Αμερικανός επιστήμονας και κάτοχος του Nobel Φυσικής από το 1927 Arthur Compton, επικεφαλής του Μεταλλουργικού Εργαστηρίου, θα σχεδίαζε τον αντιδραστήρα X-10 Graphite Reactor. Την κατασκευή σε βιομηχανική κλίμακα στο Oak Ridge του Τενεσί θα την αναλάμβανε η DuPont στις 2 Φεβρουαρίου του 1943 και θα την υλοποιούσε στις εγκαταστάσεις της Clinton Engineer Works. Εκεί στις 4 Νοεμβρίου 1943 θα επιτυγχάνονταν η παραγωγή πλουτωνίου, με σκοπό τη στρατιωτική χρήση, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη μετάλλευμα ουρανίου και ως επιβραδυντικό στοιχείο γραφίτη. Στις αρχές του 1944 το X-10 Graphite Reactor θα άρχιζε να εφοδιάζει το Los Alamos Laboratory με Pu239. Δηλαδή με το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ως εκρηκτικό για την κατασκευή της βόμβας Fat Man, που θα αφάνιζε το Nagasaki στις 9 Αυγούστου 1945. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως και οι δύο αυτές τεχνικές, οι οποίες υπήρξαν καθοριστικές για την επιτυχία του Προγράμματος Μανχάταν, είχαν προταθεί αρκετά νωρίτερα από τη γερμανική ερευνητική ομάδα (Walther Bothe & Friedrich Houtermans) και είχαν απορριφθεί από τους Werner Heisenberg και Carl Friedrich von Weizsäcker. Την άνοιξη του 1942 θα άρχιζε επίσης η κατασκευή του Chicago Pile 1 υπό την εποπτεία του Ενρίκο Φέρμι, όπου στα τέλη της χρονιάς, στις 2 Δεκεμβρίου του 1942, θα επιτυγχάνονταν η πρώτη επιτυχής σε αμερικανικό έδαφος αλυσιδωτή αντίδραση, χρησιμοποιώντας ως επιβραδυντικό υλικό τον γραφίτη. Για τον διαχωρισμό των ισοτόπων του ουρανίου, ώστε να αποκτήσουν επαρκείς ποσότητες U235 ,οι Αμερικάνοι χρησιμοποίησαν κατασκευές που έγιναν γνωστές με το ακρωνύμιο Calutrons. Για τη λειτουργία των πηνίων των California University Cyclotrons απαιτήθηκε, λόγω της έλλειψης χαλκού, ένα σημαντικό μέρος των αποθεμάτων αργύρου, περί τους 13,3 χιλιάδες τόνους, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Η θηριώδης μηχανή με την κωδική ονομασία Y-12 θεμελιώνονταν στην τεχνολογία του cyclotron, δηλαδή ενός ή για την ακρίβεια του πρώτου επιταχυντή σωματιδίων, που είχε κατασκευάσει ο Αμερικανός φυσικός Ernest Lawrence το 1934 στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και είχε τιμηθεί για αυτό με το Nobel στη Φυσική το1939. Για την κατασκευή, την οποία επίσης ανέλαβε η DuPont, προκρίθηκαν επίσης τα Clinton Engineer Works στο Oak Ridge. Οι εργασίες άρχισαν στις 18 Φεβρουαρίου 1943. Οι πρώτες παραδόσεις εμπλουτισμένου ουρανίου στο Los Alamos Laboratory έγιναν τον Μάρτιο του 1944. Αν και το υλικό ακατάλληλο ακόμη για την κατασκευή όπλου, ήταν άκρως απαραίτητο για τα αναγκαία πειράματα. Στις 7 Ιουνίου 1944 παραδιδόταν ουράνιο κατάλληλο για την κατασκευή βόμβας. Από τις εγκαταστάσεις αυτές του Y-12 προήλθε και το εκρηκτικό για την κατασκευή του Little Boy, που στις 6 Αυγούστου του 1945 θα κατέστρεφε την Hiroshima.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο το κόστος έρευνας, κατασκευής και λειτουργίας των ηλεκτρομαγνητικών εγκαταστάσεων του Manhattan Project μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1946 έφτασαν στο συνολικό ποσό των 673 εκατομμυρίων δολαρίων της εποχής, δηλαδή σε τιμές 2016 υπολογίζεται στα 8,26 δισεκατομμύρια. Προς επίρρωση της άποψης ότι ο πόλεμος πέραν των άλλων δημιουργεί και τεράστιες οικονομικές ευκαιρίες, αξίζει να αναφερθεί ότι στα 573 εκατομμύρια δολάρια του 1943 ή 7.03 δισεκατομμύρια του 2016 το κόστος των επιστημονικών ερευνών ως ποσοστό επί του συνόλου έφτασε στο 3,4%, του σχεδιασμού των εγκαταστάσεων στο 1,2%, ακόμη και το κόστος του αργύρου περιορίστηκε στο αμελητέο 0,4%. Αντιθέτως η κατασκευή απορρόφησε το 53% και η λειτουργία 41,9%.

Επρόκειτο, όπως προαναφέρθηκε, για τον ίδιο τύπο μηχανών (massspectrometer), όπως το φασματόμετρο (Massenspektrometer), που είχε προτείνει ο Γερμανός φυσικός Heinz Ewald στις 2 Μαΐου 1942, ένα πρωτότυπο του οποίου είχε κατασκευάσει το Eρευνητικό Εργαστήριο για τη Φυσική των Ηλεκτρονίων του Manfred von Ardenne στο Βερολίνο, που ωστόσο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

Στα τέλη του χειμώνα του 1942, μετά την ανάληψη της θέσης του Υπουργού Πολέμου από τον Albert Speer, η πολιτική διοίκηση θα άλλαζε την ιεράρχηση των στόχων και του προγράμματος ατομικών ερευνών. Ύστερα από διερευνητικές επαφές, ο Υπουργός, πεπεισμένος ότι οι προσπάθειες δεν θα προσέφεραν βραχυπρόθεσμα κάποια κρίσιμα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξελίξεις στα μέτωπα, μεταβίβασε τη διεύθυνση του ερευνητικού προγράμματος στον Abraham Esau, από τον οποίο είχε αφαιρεθεί με την έναρξη του πολέμου. Αργότερα, στα μέσα του καλοκαιριού, ο A Speer θα συζητούσε και με τον W Heisenberg το επίμαχο θέμα. Αυτός επικαλούμενος την ανεπάρκεια σε ουράνιο και βαρύ ύδωρ, πέρα από την οικτρή οικονομική κατάσταση του Reich, θα επιβεβαίωνε την πολιτική ηγεσία ότι η κατασκευή ατομικών όπλων θα ήταν αδύνατη μέσα στους επόμενους μήνες. Ο κορυφαίος φυσικός και τα μέλη της ομάδας του που είχαν μετάσχει στη μυστική συνάντηση αποσιώπησαν τις εναλλακτικές λύσεις που προσέφεραν το πλουτώνιο και ο γραφίτης. Έτσι προκρίθηκε η συνέχιση του προγράμματος με σκοπό την παραγωγική αξιοποίηση της ατομικής ενέργειας. Ο A Speer ενέκρινε την κατασκευή υπόγειου αντιδραστήρα βιομηχανικής κλίμακας στους χώρους του Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής του Βερολίνου, τη διεύθυνση του οποίου, ύστερα απο την υπαγωγή του Uranprojekt στο Συμβούλιο Ερευνών του Reich (Reichsforschungsrat) και τις παρεμβάσεις επιφανών επιστημόνων, όπως του Otto Hahn, θα αναλάμβανε ο W Heisenberg.  

Και ενώ συνέβαιναν αυτά στις αρχές του καλοκαιριού, τον Ιούνιο του 1942, στα εργαστήρια της Πειραματικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Λειψίας, με την επιστασία του Werner Heisenberg, ο φυσικός Robert Döpel χρησιμοποιώντας 750 κιλά εμπλουτισμένης σκόνης ουρανίου U235 και 140 λίτρα οξείδιο του δευτερίου (D₂O), δηλαδή βαρύ ύδωρ, θα κατόρθωνε με το πείραμα L IV τον πρώτο πολλαπλασιασμό νετρονίων (Neutronenvermehrung) ή αλλιώς μια αλυσιδωτή αντίδραση. Ωστόσο μια, σε πρώτη ανάγνωση, ακατανόητη αδράνεια και κάποιες, αδικαιολόγητες για το επίπεδο των υπευθύνων απροσεξίες, οδήγησαν στις 23 Ιουνίου 1942 σε υπερθέρμανση του αντιδραστήρα και μια περιορισμένη πυρκαγιά από την απελευθέρωση υδρογόνου με αποτέλεσμα τη μερική καταστροφή των εγκαταστάσεων. Αν και δεν υπήρξαν τραυματισμοί ή θύματα, το πείραμα δεν επαναλήφθηκε. Επαναλαμβάνω ότι αυτά συνέβαιναν έξι μήνες πριν επιτύχει κάτι ανάλογο ο Enrico Fermi και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο (Chicago Pile 1).

Στις 30 Ιουλίου του 1942 ο Βρετανός Υπουργός John Anderson, πολιτικός προϊστάμενος του ατομικού προγράμματος της χώρας με την ονομασία Tube Alloys, συμβούλεψε τον Πρωθυπουργό Winston Churchill να συγχωνεύσουν το πρόγραμμά τους με αυτό των Αμερικανών. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός, γνωρίζοντας ότι την περίοδο εκείνη η χώρα του προηγούνταν στο συγκεκριμένο πεδίο έναντι των Αμερικανών, δεδομένου ότι στο βρετανικό πρόγραμμα δραστηριοποιούνταν σημαντικές προσωπικότητες του χώρου, όπως οι James Chadwick και George Thomson, οι οποίοι είχαν τιμηθεί με το Βραβείο Nobel στη Φυσική το 1935 και το 1937 αντίστοιχα, δίσταζε. Η δυσαρμονία κορυφώθηκε στις αρχές του 1943· απειλήθηκε μάλιστα και η διακοπή της συνεργασίας στον τομέα των ατομικών ερευνών. Ωστόσο οι Βρετανοί και Αμερικανοί ηγέτες, μπροστά στον θεωρητικό πλέον κίνδυνο να υπερφαλαγγιστούν από τους Γερμανούς, στην πράξη όμως αποσκοπώντας εύλογα στην ασύγκριτη ενίσχυση του διπλωματικού τους οπλοστασίου, αν όχι για τα λάφυρα εκείνου του πολέμου, έστω για την επόμενη αντιπαράθεση που ήδη σοβούσε7, άφησαν κατά μέρος τους ακκισμούς και στις 19 Αυγούστου 1943 κατέληξαν στη Συμφωνία του Κεμπέκ (Quebec Agreement). Σ’ αυτήν μεταξύ άλλων αποφασιζόταν και η σύμπραξή τους στον συγκεκριμένο τομέα. Σε εφαρμογή των αποφάσεων της Συμφωνίας αυτής τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έφτανε στις ΗΠΑ μια ομάδα σπουδαίων ειδικών στην οποία περιλαμβάνονταν και οι Niels Bohr, Otto Frisch, Klaus Fuchs, Rudolf Peierls και Ernest Titterton.

Στο μεταξύ ο πόλεμος άλλαζε τροπή. Μετά τις καθοριστικές ήττες στο Stalingrad (23 Αυγούστου 1942- 2 Φεβρουαρίου 1943) και στο Kursk (5 Ιουλίου 1943-23 Αυγούστου 1943), όπου οι απώλειες της Wehrmacht στη μεν πρώτη αριθμούσαν 400 χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους και 184 χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες στη δεύτερη, η πρωτοβουλία των κινήσεων περνούσε στον Κόκκινο Στρατό· ο εφιάλτης μεταφέρονταν στην ίδια τη Γερμανία. Ο Winston Churchill δήλωνε ότι βρίσκονταν στο τέλος της αρχής. Οι σποραδικοί βομβαρδισμοί που δεχόταν η Γερμανία από την έναρξη του πολέμου και που είχαν αρχίσει να πυκνώνουν από τις αρχές του 1943, μεταξύ Νοεμβρίου 1943 και Μαρτίου 1944 έφταναν στο απόγειό τους. Και όπως συμβαίνει πάντα με τους λαούς, έτσι και οι Γερμανοί υπέφεραν. Στις στερήσεις που υπέμεναν για να χρηματοδοτήσουν έναν ακόμη τυχοδιωκτικό πόλεμο, τον οποίο ανέλαβε να εκτελέσει ο εθνικοσοσιαλιστικός μηχανισμός κατ’ απαίτηση των αρχουσών τάξεων της χώρας και που αφάνιζε τον ανθό και της δικής τους, εν πολλοίς αδιάφορης, ανεκτικής και τελικά συνένοχης κοινωνίας, προσθέτονταν και η αγριότητα των αεροπορικών επιδρομών εναντίον των αμάχων, αν και όχι απαραίτητα στην ίδια έκταση και ένταση που είχε προκαλέσει η δική τους ηγεσία. Ήδη από τις 14 Φεβρουαρίου 1942 εντέλλονταν ο Πτέραρχος Arthur Harris να εφαρμόσει τις οδηγίες της Area Bombing Directive, πρωταρχικός στόχος της οποίας ήταν η καταρράκωση του ηθικού του άμαχου γερμανικού πληθυσμού και κυρίως η φυσική εξουθένωση των εργατών. Η διαταγή προς τον Αρχηγό της RAF ανέφερε χαρακτηριστικά:‘‘It has been decided that the primary objective of your operations should be focused on the morale of the enemy civil population and in particular the industrial workers“. Και όπως συνηθίζεται από τις εξουσίες, ο θάνατος, που είχε επιστρατευτεί ήδη φυλετικά, επιστρατεύονταν και πολιτικά παίρνοντας πρόδηλα και αναμφισβήτητα ταξικά χαρακτηριστικά. Από τότε άρχισε να χρησιμοποιείται ο ευφημισμός morale bombing, υποκαθιστώντας τον ακριβέστερο, αλλά άκομψο όρο terror bombing.

Εξυπακούεται ότι η γενικότερη κατάσταση στη χώρα επηρέαζε αρνητικά τη λειτουργία του ήδη εκφυλισμένου προγράμματος ατομικών ερευνών της Γερμανίας. Έτσι καθώς οι φονικές επιδρομές εντείνονταν, η πρώτη προτεραιότητα των επιστημόνων ήταν η φυσική τους επιβίωση. Το πρόγραμμα όμως δεν διακόπηκε. Οι εμπλεκόμενοι μετακίνησαν τα εργαστήριά τους νοτιοδυτικά, μακριά απο τα μεγάλα κέντρα, αναζητώντας την ασφάλεια από τους βομβαρδισμούς σε επαρχιακές πόλεις. Στα τέλη φθινοπώρου του 1943 ένα μέρος του εξοπλισμού μεταφέρθηκε και αρκετοί από το προσωπικό του Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής του Βερολίνου εγκαταστάθηκαν στο Hechingen, στις παρυφές του Μέλανα Δρυμού. Λίγο αργότερα ακολούθησε ο Otto Hahn και το Kaiser Wilhelm Institut Χημείας από τη γερμανική πρωτεύουσα στο κοντινό με τους προηγούμενους Tailfingen. Ο Kurt Diebner και η ομάδα του μετέφεραν το εργαστήριό τους στο Stadtilm της Θουριγγίας, οι Paul Harteck και Wilhelm Groth μετακινήθηκαν από το Αμβούργο στο Celle της Κάτω Σαξονίας. Στο μεταξύ η αλλαγή που είχε σημειωθεί στις προτεραιότητες, κυρίως μετά την υιοθέτηση των απόψεων του Β Χάιζενμπεργκ από τον Α Σπέερ, επιδρούσε και στη διοικητική διάρθρωση του Uranprojekt. Στις 23 Οκτωβρίου 1943 αναλάμβανε τη διεύθυνση του Τομέα Φυσικής του Συμβουλίου Ερευνών (Reichsforschungsrat) Walther Gerlach και στις αρχές του επόμενου έτους αντικαθιστούσε και τον Abraham Esau ως εντεταλμένο του Τμήματος Πυρηνικής Φυσικής. Κατ’ επέκταση και τα όποια χρηματικά μέσα διατίθεντο στον τομέα του νέου επικεφαλής κατευθύνονταν σε διαφορετικούς ερευνητικούς σκοπούς και πάντως όχι στην ανάπτυξη και βελτίωση των αντιδραστήρων και επιταχυντών, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στρατιωτικά. Οι μόνοι που παρέμεναν στο Βερολίνο την περίοδο αυτή και συνέχιζαν τις εργασίες για την κατασκευή του υπόγειου αντιδραστήρα που είχε εγκρίνει ο A Speer ήταν οι W Heisenberg, W Bothe και K Wirtz. Ένα χρόνο αργότερα, προς τα τέλη του 1944, θα κατόρθωναν να εφοδιάσουν τον αντιδραστήρα με 1,25 τόνο ουράνιο και 1,5 τόνο βαρύ ύδωρ και να οδηγήσουν το πείραμα σχεδόν σε κρίσιμη κατάσταση. Μια επόμενη και μεγαλύτερη αντίδραση που σχεδίαζε ο K Wirtz αναβλήθηκε. Η προσέγγιση των σοβιετικών στρατευμάτων, που στις 30 Ιανουαρίου του 1945 είχαν περάσει τον ποταμό Oder και είχαν δημιουργήσει προγεφύρωμα στην περιοχή Kienitz, 86 χιλιόμετρα από το Βερολίνο, απειλώντας άμεσα τη γερμανική πρωτεύουσα, οδήγησε και αυτούς τους τελευταίους επιστήμονες να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να μετακινηθούν νοτιοδυτικά, στο Haigerloch, κοντά στο Hechingen, όπου, όπως είδαμε, είχε ήδη μετακινηθεί και εγκατασταθεί κατά ένα μέρος το Kaiser Wilhelm Institut Φυσικής του Βερολίνου. Το κύκνειο άσμα του γερμανικού προγράμματος υπήρξε το πείραμα που είχε αναβληθεί στα τέλη του 1944 και επαναλαμβανόταν στο Haigerloch στα τέλη του 1945 με τη χρήση 1,5 τόνου ουρανίου και ίση ποσότητα βαρέος ύδατος, πάλι χωρίς αποτέλεσμα.

Η ομάδα των βρετανών επιστημόνων που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μετακινήθηκε στις ΗΠΑ στα τέλη του 1943, ενσωματώθηκε στο Πρόγραμμα Μανχάταν σε μια περίοδο όπου, παρά τις κολοσσιαίες διαστάσεις του και τον μέγιστο δυνατό αριθμό ειδικών που απασχολούσε, έδειχνε ότι καρκινοβατεί. Στη συγκεκριμένη ομάδα, όπως επίσης αναφέρθηκε, περιλαμβάνονταν και ο Niels Bohr ύστερα από παρότρυνση του James Chadwick, ο οποίος τον είχε πείσει να μετάσχει ως σύμβουλος στο αμερικανικό πρόγραμμα, όπως άλλωστε είχε κάνει ήδη και για το βρετανικό Tube Alloys, μετά την απόδρασή του από τη Δανία το Σεπτέμβριο του 1943, όταν μέσω της ουδέτερης Σουηδίας είχε καταφύγει στην Αγγλία. Στις 8 Δεκεμβρίου 1943 ο σπουδαίος Δανός φυσικός επισκέπτονταν στην αμερικανική πρωτεύουσα τον στρατιωτικό διοικητή Leslie Groves και ακολούθως τους A Einstein και W Pauli στο Institute for Advanced Study του Princeton, πριν αναχωρήσει για το Los Alamos με το ψευδώνυμο Nicholas Baker. Στις μακρές και τακτικές επισκέψεις του για τα επόμενα δύο χρόνια στα εργαστήρια του Λος Άλαμος και συγκεκριμένα στους απασχολουμένους στο Project Y επιστήμονες ο Νιλς Μπορ θα πρότεινε λύσεις, που θα καθιστούσαν δυνατή την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας. Ο Niels Bohr είχε συνειδητοποιήσει έγκαιρα τις επιπτώσεις των ατομικών όπλων στις διεθνείς ισορροπίες και, όπως φαίνεται από τις ενέργειές του, θεωρούσε επικίνδυνο το μονοπώλιό τους. Έτσι όταν τον Απρίλιο του 1944, έχοντας επιστρέψει προσωρινά στην Αγγλία, παρέλαβε την επιστολή του διακεκριμένου σοβιετικού φυσικού Peter Kapitza, ο οποίος το 1978 θα τιμούνταν με το Βραβείο Nobel στη Φυσική, με την οποία τον καλούσε να επισκεφτεί τη Σοβιετική Ένωση, ετοίμασε μια μη δεσμευτική απάντηση, την οποία όμως πριν αποστείλει, την έθεσε υπ’ όψιν των βρετανικών αρχών. Στις 16 Μαΐου 1944 ο N Bohr συναντήθηκε με τον W Churchill. Η δυσαρμονία υπήρξε απόλυτη. Ο Δανός επιστήμονας σχολίασε αθώα ότι απλώς δεν μιλουσαν την ίδια γλώσσα με τον Βρετανό Πρωθυπουργό. Ο W Churchill, που φρικίαζε ακόμη και στη σκέψη ότι τα αποτελέσματα των εργασιών του ατομικού προγράμματος θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν και μάλιστα στους Σοβιετικούς, απάντησε ψυχρά και απειλητικά:"It seems to me Bohr ought to be confined or at any rate made to see that he is very near the edge of mortal crimes".

Την περίοδο που συνέβαιναν αυτά και συγκεκριμένα από το Μάρτιο του 1944 τα ειδικά συμβούλια που είχε συστήσει η Αμερικανική Κυβέρνηση και ήταν επιφορτισμένα με την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας και συγκεκριμένα το War Production Board και το War Manpower Commission διατάζονταν να αναβαθμίσουν το Manhattan Program, και ιδιαίτερα το Project Y που ήταν η καρδιά του, σε επίπεδο highest priority.

Ύστερα από το αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ο N Bohr, έχοντας και την προτροπή του R Oppenheimer, ο οποίος εκτιμούσε ότι η σύμπραξη και με τους Σοβιετικούς θα επιτάχυνε την ανάπτυξη του όπλου, αποφάσισε να απευθυνθεί και στον F D Roosevelt. Το μέλος του Ανώτατου Αμερικανικού Δικαστηρίου Felix Frankfurter ενημέρωσε τον Αμερικανό Πρόεδρο για τις προθέσεις του N Bohr και προγραμματίστηκε συνάντηση για την 26η Αυγούστου 1944. Ο F D Roosevelt δεν απέρριψε τη σκέψη του N Bohr, έθεσε όμως ως προϋπόθεση της υλοποίησής της και τη σύμφωνη γνώμη των Βρετανών και του πρότεινε να επιστρέψει εκεί και να προσπαθήσει να κερδίσει την υποστήριξή τους. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Μερικές εβδομάδες αργότερα στη συνάντηση Churchill- Roosevelt στο Hyde Park στις 19 Σεπτεμβρίου 1944 έγιναν επίσημες συστάσεις στον N Bohr και τον καθιστούσαν υπεύθυνο για τυχόν διαρροές προς τη σοβιετική πλευρά: "enquiries should be made regarding the activities of Professor Bohr and steps taken to ensure that he is responsible for no leakage of information, particularly to the Russians" . Έτσι ο N Bohr συνέχισε να συμβουλεύει τους υπευθύνους του συμμαχικού προγράμματος, αν και ίδιος υποβάθμιζε τη συμβολή του: "They didn't need my help in making the atom bomb". Ωστόσο ο Robert Oppenheimer υποστήριζε ότι ο Δανός επιστήμονας λειτουργούσε: "as a scientific father figure to the younger men" και ακόμη ότι "This device remained a stubborn puzzle, but in early February 1945 Niels Bohr clarified what had to be done".

Από τη δική τους πλευρά οι Σοβιετικοί, που είχαν αρχίσει το δικό τους πρόγραμμα για την κατασκευή ατομικών όπλων το 1943, φυσικά και δεν επαφίονταν στην έγκριση του Βρετανού Πρωθυπουργού για να αποκτήσουν επίγνωση των εργασιών στο Πρόγραμμα Μανχάταν και κυρίως στο Project Y. Μέσω ενός δικτύου πρακτόρων και κατασκόπων, κυρίως όμως χάρη στην ενδελεχή δράση του Klaus Fuchs8 διέθεταν σαφή εικόνα της κατάστασης. (Για το βίο και την πολιτεία του ιδιαίτερου αυτού ανθρώπου υπάρχει εκτενές αφιέρωμα στις παραπομπές στο τέλος του άρθρου.)              

Το Τέλος της Αθωότητας

Η βαρβαρότητα έχει τις δικές της διαβαθμίσεις. Όταν στη δεύτερη μάχη του Ύπρ στις 22 Απριλίου 1915 οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν απροειδοποίητα και αδίστακτα τα δηλητηριώδη αέρια, προλαβαίνοντας τους Βρετανούς και τους Γάλλους, που ως τότε δεν τα είχαν εξελίξει ακόμη σε σημείο, ώστε να χρησιμεύσουν ως όπλα, εγκαινίαζαν μια νέα εποχή στη βαρβαρότητα των όπλων μαζικής καταστροφής. Με την ύπουλη χρήση των δηλητηρίων θα έχαναν τη ζωή τους περίπου 90 ή 100 χιλιάδες στρατιώτες σ’ όλη τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ατομική βόμβα και κυρίως η στοχευμένη χρήση της εναντίον ανυποψίαστων αμάχων χωρίς προειδοποίηση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και επόμενο στην κλίμακα της κτηνώδους βαρβαρότητας. Κρατάω μια επιφύλαξη για το επόμενο. Είναι πέρα από σίγουρο ότι η χιτλερική ηγεσία δεν θα δίσταζε να κάνει χρήση της ατομικής βόμβας, αν την είχε στη διάθεσή της. Και η πράξη έδειξε ότι από μια τέτοια χρήση δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί καμία άλλη ηγεσία. Ένας άγραφος και απαράβατος ιστορικός νόμος επαναλαμβάνεται: η ηθική ακολουθεί τη βία. Ο Leslie Groves δήλωνε ότι ο F D Roosevelt ήταν αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει την ατομική βόμβα εναντίον του Βερολίνου. Αν υπάρχει Πρόνοια, οι Γερμανοί θα έπρεπε να την ευγνωμονούν: Ο F D Roosevelt πέθανε στις 12 Απριλίου 1945· η ατομική βόμβα ήταν έτοιμη δέκα εβδομάδες μετά την παράδοσή τους, στις 7-9 Μαΐου 1945.roosevelt

Στις 30 Απριλίου 1945 αυτοκτονούσε ο A Hitler, ο οποίος απέρριπτε οποιαδήποτε μορφή παράδοσης, και με την πράξη του τελείωνε και η ιδιότυπη εκδίκηση που έπαιρνε από τη χώρα του και τους πολίτες της για τη διαφαινόμενη ήδη από τα μέσα του 1943 ήττα, την οποία τους χρέωνε. Ο διάδοχός του, Ναύαρχος Karl Dönitz, ορισμένος από τον ίδιο τον Führer στην πολιτική διαθήκη του, στο πρώτο ραδιοφωνικό διάγγελμά του την 1η Μαΐου 1945 δήλωνε ότι πρώτιστο καθήκον του ήταν να περισώσει τους Γερμανούς από τον όλεθρο που προκαλούσαν οι μπολσεβίκοι που επέλαυναν. Και προσβλέποντας στη διάσωσή του, επιχειρούσε μια απόπειρα πολιτικής διάσπασης των συνασπισμένων δυνάμεων ανατολής-δύσης λέγοντας ότι μόνο ως προς αυτόν το στόχο, δηλαδή της ανάσχεσης των σοβιετικών, θα συνεχιζόταν ο στρατιωτικός αγώνας. Οι υφιστάμενοί του ήταν πιο προσγειωμένοι· την επομένη του διαγγέλματος, 2 Μαΐου 1945, ο Στρατηγός Helmuth Weidling, ο υπερασπιστής του Βερολίνου, το οποίο ο Karl Dönitz το φανταζόταν ως ανάχωμα στην κομμουνιστική πλημμυρίδα, παραδίνονταν στον Κόκκινο Στρατό. Με το σκεπτικό αυτό και με την πρόταση για παράδοση μόνο προς τις δυτικές δυνάμεις προσέρχονταν στις 6 Μαΐου 1945 η γερμανική αποστολή υπό τον Αρχιστράτηγο Alfred Jodl στην έδρα της Supreme Headquarters Allied Expeditionary Force (SHAEF) στη γαλλική Reims. Ο επικεφαλής των διασυμμαχικών δυνάμεων Dwight Eisenhower, στον οποίο το Αμερικανικό Κογκρέσο από τις 20 Δεκεμβρίου 1944 είχε απονείμει το βαθμό General of the Army, ως τον πέμπτο στρατιωτικό στη μέχρι τότε ιστορία των ΗΠΑ που είχαν τιμηθεί με πέμπτο αστέρι, εφαρμόζοντας σχετικό όρο της Συμφωνίας της Γιάλτας της 4ης-11ης Φεβρουαρίου 1945 απέρριψε το γερμανικό αίτημα. Την επομένη, 7 Μαΐου 1945, οι Γερμανοί απεσταλμένοι αποδέχονταν την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Η ταπεινωτική διαδικασία επαναλήφθηκε στις 9 Μαΐου 1945 στο Karlshorst του Βερολίνου ενώπιον του Σοβιετικού Στρατάρχη Georgij Žukov. Επικεφαλής της γερμανικής αποστολής που παρουσιάστηκε ενώπιον των Σοβιετικών ήταν ο Στρατάρχης Wilhelm Keitel.

Στον Ειρηνικό ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η Ιαπωνία μετά την απροσδόκητη ήττα της στη ναυμαχία του Midway, στις 4-7 Ιουνίου 1942, την απώλεια των τεσσάρων από τα έξι συνολικά αεροπλανοφόρα που διέθετε τότε, 248 αεροπλάνων, αλλά και το θάνατο τριών χιλιάδων και πλέον εξειδικευμένων χειριστών, είχε χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Έτσι, μόλις έξι μήνες μετά τον αιφνιδιασμό που είχε πετύχει στο Pearl Harbor, η τακτική της αποσκοπούσε κυρίως στον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης των Αμερικανών στον Ειρηνικό. Το αμερικανικό ναυτικό αξιοποίησε το πλεονέκτημα που είχε εξασφαλίσει και εφαρμόζοντας τη μέθοδο που έγινε γνωστή με τον όρο Island Hopping, δηλαδή της παράκαμψης νησιών που δεν έκρινε ως ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, προωθούνταν με στόχο τις θάλασσες της νοτιοανατολικής Ασίας. Σύμφωνα με τον Στρατηγό Torashirō Kawabe, που τότε τελούσε χρέη Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου της Ιαπωνίας, η οριστική τροπή της πορείας του πολέμου σε βάρος της Ιαπωνίας είχε έρθει μετά την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης στο Guadalcanal. Η ναυτική εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν κυρίως αμερικανικές, αλλά και βρετανικές και αυστραλιανές δυνάμεις άρχισε στις 7 Αυγούστου 1942 και διάρκεσε μέχρι την 9η Φεβρουαρίου 1943 δημιουργώντας δυσαναπλήρωτα κενά σε υλικό και περαιτέρω απώλειες σε προσωπικό και εγκατάλειψη κατεχομένων περιοχών. Ο Αρχιστράτηγος Kiyotake Kawaguchi χαρακτήριζε την ήττα στο Guadalcanal ως το νεκροταφείο του ιαπωνικού στρατού. Εκτός αυτών όμως από τον Ιούνιο του 1943 άνοιξε το δρόμο για την κατάληψη των νησιών του Σολομώντα, της Νέας Γουινέας, οδηγώντας στην κατάληψη των Φιλιππίνων τον Οκτώβριο του 1944. Η προώθηση των συμμαχικών δυνάμεων απέκοπτε την Ιαπωνία από σημαντικούς δρόμους ανεφοδιασμού σε πρώτες ύλες, ακύρωνε τη σημαντική βάση στο Rabaul της ανατολικής Νέας Βρετανίας, από την οποία οι Ιάπωνες επιχειρούσαν και επέβλεπαν μια ευρύτερη περιοχή στις νότιες θάλασσες. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι μετά την κατάληψη των Μαριανών Νήσων (Guam, Saipan, Tinian) κατά την προαναφερθείσα περίοδο και συγκεκριμένα στα τέλη Αυγούστου του 1944, η ίδια η Ιαπωνία πλέον έμπαινε στην ακτίνα δράσης των αμερικανικών βομβαρδιστικών Boeing B-29, των γνωστών Superfortress. Σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη κατάληψή τους και συγκεκριμένα από το νησί Tinian του συμπλέγματος των Μαριανών θα απογειωνόταν τα βομβαρδιστικά Enola Gay και Bockscar για να χτυπήσουν τους απροστάτευτους κατοίκους της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι. Μετά από περίπου έξι μήνες, δηλαδή από τον Φεβρουάριο του 1945 η αμερικανική πολεμική αεροπορία έλεγχε πλήρως τον εναέριο χώρο της Ιαπωνίας. Μέχρι το καλοκαίρι του 1945 τα 2/3 των σημαντικότερων βιομηχανικών πόλεων ήταν καταστραμμένες κατά τα 2/3.

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η κατάσταση στην Ιαπωνία, όταν τον Απρίλιο του 1945 η Σοβιετική Ένωση, εφαρμόζοντας μυστικό άρθρο της Συμφωνίας της Γιάλτας (4-11. 02. 1945), αποχωρούσε από τη συμφωνία ουδετερότητας και μη επίθεσης που είχε υπογράψει με την Ιαπωνία στις 13 Απριλίου 1941 για μια διάρκεια πέντε ετών, στο οποίο δεσμεύονταν ότι θα κήρυττε τον πόλεμο στην Ιαπωνία τρείς μήνες μετά την παράδοση των Γερμανών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είχε επιτρέψει στη Σοβιετική Ένωση να στρέψει την προσοχή της και σχεδόν το σύνολο των στρατιωτικών της δυνάμεων στην υπεράσπιση των ευρωπαϊκών της εδαφών μετά την γερμανική εισβολή στις 22 Ιουνίου 1941. Από την άλλη πλευρά η Ιαπωνία, έχοντας διασφαλίσει τα νώτα της, μπορούσε να επιδοθεί ανενόχλητη στην κατάληψη της πλούσιας σε πρώτες ύλες Νοτιοανατολικής Ασίας, συγκεκριμένα της χερσονήσου της Ινδοκίνας (Λάος, Καμπότζη, Βιετνάμ) και να εξαπλωθεί ευρύτερα στον Ειρηνικό.

Στα τέλη της άνοιξης του 1945, στις 28 Μαΐου, ο Αμερικανός Πρέσβης στη Μόσχα Harry Hopkins, θεωρώντας ότι διατηρούνταν η σύμπνοια στο συμμαχικό ενημέρωνε τους προϊσταμένους του. Με την αναφορά του μετέφερε τις εκτιμήσεις του για τις απόψεις της σοβιετικής ηγεσίας. Τηλεγραφούσε λοιπόν ότι, όπως θεωρούσε ο J Stalin, η Ιαπωνία είχε συνειδητοποιήσει την ήττα της, ωστόσο η Κυβέρνησή της δεν θα αποδέχονταν μια παράδοση άνευ όρων. Έτσι, σύμφωνα με τον Αμερικανό Πρέσβη, ο Σοβιετικός Ηγέτης πρότεινε την αποδοχή μιας πρότασης ειρήνης από την πλευρά της Ιαπωνίας και ακολούθως την από κοινού κατάληψη της χώρας με σκοπό την επιβολή των όρων τους. Διαφορετικά, όπως πίστευε ο J Stalin, το καθεστώς του Tennō θα επιχειρούσε να διχάσει τους συμμάχους και να προετοιμαστεί για τη revanche. Ο Πρέσβης κατέληγε με τη σύσταση να συνεργαστούν στενά με την τότε ακόμη σύμμαχο Σοβιετική Ένωση και να συντονίσουν τις δράσεις τους για την εδραίωση των πλεονεκτημάτων τους ως νικητών στο μεταπολεμικό κόσμο. Αναφερόμενος στον Uncle Joe, όπως ονόμαζαν τον J Stalin οι αμερικανικοί διπλωματικοί κύκλοι της εποχής, έγραφε: Είμαστε βέβαιοι ότι μπορούσαμε να βασιζόμαστε στη δική του λογική, ευαισθησία και κατανόηση – αλλά δεν είχαμε τη δυνατότητα να γνωρίζουμε ποιος ή τι μπορεί να κρυβόταν πίσω του στο Κρεμλίνο.

Η αναφορά του H Hopkins πέρασε απαρατήρητη. Ίσως επειδή ο συντάκτης υπήρξε έμπιστος του Φ Ρούζβελτ και η παρακαταθήκη του τελευταίου, ειδικά όσο αφορούσε τις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, είχε θαφτεί μαζί του. Εν πάση περιπτώσει ο Αμερικανός Διπλωμάτης, αν και δεν ανήκε στις τάξεις των αιθεροβαμόνων ακαδημαϊκών, απατούνταν. Κι αυτό όχι μόνο ως προς τις διαθέσεις του Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Ο Βρετανός Πρωθυπουργός, μάλλον ανακουφισμένος από την αλλαγή στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα και επαληθεύοντας τις υπόνοιες του Ιωσήφ Στάλιν που τον θεωρούσε ικανό για όλα, σχεδίαζε και κινούνταν με απόλυτη μυστικότητα στον αντίποδα όσων πρότεινε ο H Hopkins.

Μερικές ημέρες πριν την εισήγηση του Αμερικανού Πρέσβη, στις 22 Μαΐου 1945 και μόλις δύο εβδομάδες μετά το τέλος των εχθροπραξιών στην Ευρώπη, ο Υποστράτηγος Hastings Lionel Ismay9, στρατιωτικός σύμβουλος του Winston Churchill, παρέδιδε στον πολιτικό προϊστάμενό του την πρώτη αξιολόγηση των Chiefs of Staff (CSC) των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων για το σχέδιο του Βρετανού Πρωθυπουργού με την κωδική ονομασία Operation Unthinkable. Στις 8 Ιουνίου και 15 Ιουλίου 1945 ακολούθησαν συμπληρωματικές εκτιμήσεις για την επιχείρηση. Το σχέδιο δεν ήταν παρά μια επανάληψη των θέσεων της γερμανικής ηγεσίας υπο τον Karl Dönitz. Ως αιτιολογία προβάλλονταν το ενδεχόμενο της μετακίνησης του κύριου όγκου των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο θέατρο του Ειρηνικού με σκοπό την κατάληψη της Ιαπωνίας και η παρεπόμενη, σύμφωνα με το σκεπτικό του W Churchill, εγκατάλειψη της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, στο έλεος του J Stalin. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός, πέραν των έντονων αντικομμουνιστικών αισθημάτων του, δεν αποκλείεται να έπεφτε και θύμα της μανιοκατάθλιψης από την οποία έπασχε. Τα προηγούμενα σε συνδυασμό με την επίγνωση του γεγονότος ότι η χώρα του παραγκωνίζονταν ειδικά στην Ευρώπη από τη Σοβιετική Ένωση ίσως και να οδηγούσαν σε κάποια παράκρουση. Ο ίδιος ήταν που έξι μήνες πριν, στην περίοδο των Δεκεμβριανών, επαινούσε τον Ι Στάλιν, επειδή τιμούσε την υπογραφή του στη Συμφωνία της Μόσχας (Percentages Agreement) στις 9 Οκτωβρίου του 1944, όταν κατένεμαν τα Βαλκάνια μεταξύ τους, και υποστήριζε ότι ο Σοβιετικός Ηγέτης με την έντιμη στάση του τον είχε βοηθήσει να επικρατήσει στην εξέγερση της Αθήνας περισσότερο απ’ ότι ο Φράνκλιν Ρούζβελτ. Μετά από μερικούς μήνες ο Ι Στάλιν φάνταζε ως "devil"-like tyrant leading a vile system.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο Βρετανό συγγραφέα David Cornwell (John le Carré), ο οποίος υπηρέτησε χρόνια στην ΜΙ6, η υπερφίαλη αποικιοκρατική νοοτροπία, που διέκρινε τον W Churchill και την οποία στηλίτευε ο F D Roosevelt, συνεχίζει να χαρακτηρίζει σε ένα συντριπτικό ποσοστό τις ανώτερες τάξεις της Αγγλικής κοινωνίας, ευθύνεται για το Brexit και έχει ως χαρακτηριστικότερο δείγμα τον Boris Johnson.  

Γνώριζε επίσης ο Βρετανός Ηγέτης ότι δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος για μια τόσο εκτεταμένη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων στην ανατολική Ασία. Η Ιαπωνία κατέρρεε και η όποια αντίσταση προβαλλόταν προερχόταν από την αυταπάρνηση των Ιαπώνων μαχητών, που δεν διανοούνταν να παραδοθούν, με την Κυβέρνηση της χώρας που επιχειρούσε να αξιοποιήσει το γεγονός αυτό για να επιτύχει ευνοϊκότερους όρους συνθηκολόγησης.

Το σχέδιο αποσκοπούσε στον αιφνιδιασμό, στην απώθηση και στην ανάκτηση σε πρώτη φάση των πολωνικών και ανατολικών γερμανικών εδαφών που κατέχονταν από τον Κόκκινο Στρατό. Ως ημερομηνία εκδήλωσης της προληπτικής επίθεσης, στην οποία θα έπαιρναν μέρος 47 βρετανικές, αμερικανικές, καναδικές αλλά και πολωνικές μεραρχίες οριζόταν η 1η Ιουλίου 1945 με πρώτο στόχο τη Δρέσδη. Επειδή μάλιστα το συγκεκριμένο πλήθος των στρατευμάτων, σύμφωνα με τις παραδοχές του σχεδίου, εκτιμούνταν ως ανεπαρκές ο Winston Churchill σχεδίαζε τον επανεξοπλισμό και τη συμμετοχή στην ενέργεια και 100 χιλιάδων στρατιωτών της Wehrmacht.

Η αξιολόγηση και οι εκτιμήσεις των επικεφαλής των επιτελείων των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων για την επιχείρηση ήταν πραγματικός καταπέλτης. Ο συσχετισμός δυνάμεων τη συγκεκριμένη περίοδο, με 4:1 στους άνδρες, 2:1 στα άρματα μάχης και σε επίπεδο μεραρχιών 2,5:1, έδειχνε ένα συντριπτικό πλεονέκτημα υπέρ των Σοβιετικών. Οι Αμερικανοί, τουλάχιστον στο πρόσωπο του Dwight Eisenhower, είχαν δείξει ότι τηρούσαν τις δεσμεύσεις των κοινών αποφάσεων, ενώ και η στάση των Βρετανών σταθμίζονταν ως απρόθυμη στο ενδεχόμενο έναρξης ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, πριν ακόμη τελειώσει ο δεύτερος. Οι στρατιωτικοί προέβλεπαν ακόμη τη σίγουρη απώλεια της Νορβηγίας και της Ελλάδας από τη σφαίρα επιρροής της διαμορφούμενης συμμαχίας των δυτικών. Αναγνώριζαν επίσης τον βάσιμο κίνδυνο να χαθούν η Τουρκία και το Ιράκ και την απειλή να απλώνεται ακόμη και σε εδάφη της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Εν κατακλείδι η επιχείρηση κρινόταν ως επικίνδυνη και ανέφικτη.    

Εκτός αυτών όμως η Βρετανία προετοιμαζόταν για τις εκλογές της Κάτω Βουλής που θα διενεργούνταν στις 5 Ιουλίου του 1945 και ήταν οι πρώτες μετά το 1935. Οι επιτελείς, εκτός του ότι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την επικείμενη ετυμηγορία των εξαντλημένων από τον πόλεμο πολιτών, διατηρούσαν επιφυλάξεις ως προς το αποτέλεσμα, παρά τη σιγουριά που ήθελε να αποπνέει ο W Churchill10, εκκινώντας από μια προβεβλημένη θέση ηρωικής υπεροχής που απολάμβανε στην κοινή γνώμη. Η υπόληψη και ο θαυμασμός που είχε κερδίσει ο Βρετανός Ηγέτης αφορούσαν τη δράση του στον πόλεμο που είχε πλέον τελειώσει. Στις εκλογές θα επιλέγονταν ο Πρωθυπουργός που θα οδηγούσε τη χώρα στο μεταπολεμικό κόσμο. Το πρωταρχικό αίτημα αφορούσε την ειρήνη και την ανοικοδόμηση. Έτσι οι Βρετανοί πολίτες, κατά μια έννοια επαναλαμβάνοντας εκείνο που είχαν αποφασίσει το 1920 σε παρόμοιες συνθήκες οι Γάλλοι για τον Georges Clemenceau και οι Έλληνες για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, επιφύλαξαν στον Ουίνστον Τσόρτσιλ μια συντριπτική ήττα με μια διαφορά 145 εδρών και 13,5 μονάδων υπέρ του αντιπάλου του Clement Attlee του Εργατικού Κόμματος. Ο Κλέμεντ Άττλη, αν και απείχε απο την ακραία αντικομμουνιστική ρητορική του προκατόχου του, έβλεπε κι αυτός τη Σοβιετική Ένωση ως μια αποικιοκρατική δύναμη περιβλημένη τον αποπλανητικό μανδύα του διεθνισμού και του σοσιαλισμού. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά : ο ρωσικός κομμουνισμός δεν είναι παρά το νόθο παιδί του Κάρλ Μάρξ και της Αικατερίνης της Μεγάλης. Ας αναφέρω εδώ για την ιστορία ότι στο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας υπήρχε η μόνιμη τάση αποστασιοποίησης ή και χειραφέτησης απο τον μαρξισμό. Επιφανή στελέχη του κόμματος, όπως ο δύο φορές Πρωθυπουργός της Βρετανίας, 1964-1970 & 1974-1976, Χάρολντ Ουίλσον, θεωρούσαν ότι οι Εργατικοί όφειλαν περισσότερα στο μεθοδισμό, παρά στο μαρξισμό.     

Στο θέατρο του πολέμου στην ανατολική Ασία, η αποδεκατισμένη Ιαπωνία, αν και συνέχιζε να ελέγχει τυπικά τεράστιες εκτάσεις και ένα μεγάλο μέρος της Κίνας, είχε χάσει τον έλεγχο του εναέριου χώρου της, αφού είχε απωλέσει το μεγαλύτερο μέρος της πολεμικής της αεροπορίας. Το αυτοκρατορικό πολεμικό ναυτικό και η αιχμή του δόρατός του, ο περιβόητος στόλος Kidō Butai των 7 αεροπλανοφόρων και των 474 μαχητικών αεροσκαφών, είχαν αφανιστεί επιτρέποντας τον αποκλεισμό της χώρας από την τροφοδοσία της με πρώτες ύλες. Η Ιαπωνία συνέχιζε χάρη στη λυσσαλέα αντίσταση του στρατού που μάχονταν μέχρις εσχάτων και στην αυτοθυσία των kamikaze (θεϊκός άνεμος) που σε 3.862 επιθέσεις αυτοκτονίας μέχρι το τέλος του πολέμου θα σκότωναν περί τις 7 χιλιάδες άνδρες του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού. Είχε προηγηθεί η τραυματική, όπως τη χαρακτήριζαν οι Αμερικανοί, εμπειρία της αποβατικής επιχείρησης για την κατάληψη της Iwojima στον δυτικό Ειρηνικό μεταξύ 19ης Φεβρουαρίου και 26ης Μαρτίου 1945, όπου οι απώλειες, δηλαδή το άθροισμα νεκρών και τραυματιών, των νικητών υπήρξαν περισσότερες από εκείνες των Ιαπώνων. Στις αρχές του καλοκαιριού έπαιρναν τέλος και οι φονικές μάχες για την εκπόρθηση της Okinawa. Στην τρίμηνη διάρκειά τους, μεταξύ 1ης Απριλίου και 30ης Ιουνίου 1945, οι πολιορκητές μετρούσαν 12,5 χιλιάδες νεκρούς και 39 χιλιάδες τραυματίες, οι οποίες ήταν σχεδόν διπλάσιες από τις απώλειες που είχαν υποστεί στην Iwojima. Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι οι νεκροί που μετρούσε η Ιαπωνία στις επιχειρήσεις σε Ιβοζίμα και Οκινάουα έφταναν στους πάνω από 94 χιλιάδες στρατιώτες και 122 χιλιάδες αμάχους. Η επιμονή των καρτερικών Ιαπώνων, η τυχοδιωκτική στάση της ηγεσίας τους και οι ανθρώπινες απώλειες των Αμερικανών θα αποτελούσαν βασικά στοιχεία της έωλης επιχειρηματολογίας για την απροειδοποίητη χρήση των ατομικών όπλων εναντίον του ιαπωνικού άμαχου πληθυσμού. Το ότι η αιτιολόγηση ήταν προσχηματική, τουλάχιστον όσο αφορούσε τις αμερικανικές απώλειες, προκύπτει και από την ψυχρή σύγκριση των συγκεκριμένων μεγεθών: από την έναρξη του πολέμου στον Ειρηνικό, μέχρι και την κατάληψη της Οκινάουα οι Αμερικανοί μετρούσαν περί τους 70 χιλιάδες πεσόντες· στη γερμανική αντεπίθεση στις Αρδένες (Battle of the Bulge, 16. 12. 1944 - 25. 01. 1945) οι αμερικανικές απώλειες είχαν φτάσει τις 87,5 χιλιάδες άνδρες (19.276 νεκροί, 21.144 αγνοούμενοι και αιχμάλωτοι και 47.139 τραυματίες)

Στην Ευρώπη μετά την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Wehrmacht στις 7 & 9 Μαΐου 1945, ακολούθησε στις 23 Μαΐου 1945 η κατάργηση της προσωρινής Γερμανικής Κυβέρνησης του Ναυάρχου Karl Dönitz, που εκτελούσε χρέη Πρωθυπουργού, και του Υπουργού Οικονομικών της προηγουμένης Κυβέρνησης Lutz von Krosigk, που εκτελούσε χρέη Υπουργού των Εξωτερικών, και η σύλληψη των μελών της. Με τη διακήρυξη της 5ης Ιουνίου 1945 (Berliner Erklärung) οι εκπρόσωποι των τεσσάρων νικητών, Dwight Eisenhower για τις ΗΠΑ, Georgij Žukov για την ΕΣΣΔ, Bernard Montgomery για το Ηνωμένο Βασίλειο και Jean de Lattre de Tassigny για τη Γαλλία, αναλάμβαναν την κυριαρχική εξουσία στην επικράτεια της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια σε εφαρμογή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 12ης Σεπτεμβρίου 1944 διευθετήθηκε το θέμα των τεσσάρων ζωνών κατοχής στο έδαφός της.

Αυτά προηγήθηκαν σε γενικές γραμμές και προετοίμασαν τη Διάσκεψη του Πότσδαμ που ορίστηκε καθυστερημένα για τις 17 Ιουλίου, διάρκεσε μέχρι τις 2 Αυγούστου 1945 και σε ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε τον μεταπολεμικό κόσμο κυρίως της Ευρώπης, αλλά και της Μέσης Ανατολής με την ιρανική κρίση. Για την τύχη των ηττημένων, που υπήρξε και το κεντρικό ζήτημα της διάσκεψης, οι αποφάσεις σήμαιναν την απώλεια του 25% της επικράτειάς τους σε σχέση με το 1937 και την οριστική μετεγκατάσταση 12 έως 14 εκατομμυρίων Γερμανών που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1945 έως και το 1950 από τις περιοχές των χωρών της ανατολικής Ευρώπης προς τα εδάφη της χώρας που σήμερα γνωρίζουμε ως Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μια ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο πολύπλοκο και ακανθώδες ζήτημα των επανορθώσεων που επιβλήθηκαν στη Γερμανία. Οι νικήτριες δυνάμεις κατάσχεσαν τα περιουσιακά στοιχεία του γερμανικού κράτους στο εξωτερικό και τα συναλλαγματικά αποθέματα, προχώρησαν στην αφαίρεση βιομηχανικού εξοπλισμού, ευρεσιτεχνιών και προτύπων. Αποφασίστηκε επίσης ότι οι επανορθώσεις της κάθε νικήτριας δύναμης θα προέρχονταν από τη ζώνη κατοχής της. Εξαιρέθηκε η ΕΣΣΔ, επειδή αναγνωρίστηκε το σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος των καταστροφών που υπέστη, στην οποία δόθηκε το δικαίωμα να λαμβάνει αποζημιώσεις και από τις υπόλοιπες τρείς ζώνες. Ωστόσο το προνόμιο αυτό υπήρξε βραχύβιο. Από το Μάιο του 1946 οι Αμερικανοί σταμάτησαν τις μεταβιβάσεις, επικαλούμενοι την απροθυμία των Σοβιετικών να αντισταθμίσουν τις παροχές προσφέροντας αγροτικά προϊόντα από τη δική τους ζώνη κατοχής. Πρόσφατες γερμανικές εκτιμήσεις υπολογίζουν το συνολικό ποσό των επανορθώσεων που κατέβαλε η Γερμανία, και μετά την ευνοϊκή ρύθμιση του 1953, στα 71 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτά βέβαια, σύμφωνα με ομοσπονδιακό νόμο περί αποζημιώσεων του 1956 (Bundesentschädigungsgesetz), 41 δισεκατομμύρια ευρώ ή σχεδόν τα 2/3 του ποσού, διατέθηκαν υπέρ θυμάτων των ναζί εντός Γερμανίας. potsdam

Οι νικήτριες δυνάμεις εκπροσωπήθηκαν στο ανώτατο δυνατό επίπεδο. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρέστη ο Πρόεδρος Χάρι Τρούμαν, ο Ιωσήφ Στάλιν εκπροσώπησε τη Σοβιετική Ένωση και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ τη Βρετανία. Η Γαλλία δεν πήρε μέρος και δήλωσε τη συμφωνία της με τις αποφάσεις, γνωρίζοντας κάποιες επιφυλάξεις της σε επιμέρους θέματα με έξι διπλωματικές διακοινώσεις στις 7 Αυγούστου 1945. Τα αποτελέσματα των βρετανικών εκλογών της 5ης Ιουλίου διαίρεσαν τη διάσκεψη, όσο αφορούσε τη βρετανική συμμετοχή σε δύο περιόδους. Στη δεύτερη περίοδο, από την 28η Ιουλίου μέχρι και την 2η Αυγούστου 1945, μετά την ήττα του W Churchill, το Ηνωμένο Βασίλειο εκπροσωπήθηκε από τον Clement Attlee του Εργατικού Κόμματος. Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δευτερεύοντα και τελικά υπήρξαν επουσιώδη μπροστά στην τραγική απουσία του F D Roosevelt. Θα ήταν ανώφελο να αναφερθεί κάποιος στις διαφορές μεταξύ των δύο χαρακτήρων, όπως αποτυπώθηκαν στη στάση τους, ειδικά έναντι της ΕΣΣΔ, δημιουργώντας αυτό που του λοιπού ο κόσμος θα βίωνε ως ψυχρό πόλεμο. Θα ήταν ακριβέστερο να λεχθεί ότι οι δύο Αμερικανοί Πρόεδροι, ο 32ος καλλιεργημένος και κοσμοπολίτης αριστοκράτης και ο 33ος απλοϊκός και ενστικτώδης επαρχιώτης, δεν είχαν κοινά μεταξύ τους.

Η καθυστέρηση στη σύγκληση της διάσκεψης, την οποία ο W Churchill ζητούσε για τον Ιούνιο του 1945, ώστε να προλάβουν οι δυτικοί τις κινήσεις των Σοβιετικών, διευκόλυνε και τις δύο υπερδυνάμεις. Οι Αμερικανοί επιδίωκαν να εμφανιστούν διαθέτοντας το ατομικό υπερόπλο, που στις αρχές του καλοκαιριού βρισκόταν στα τελικά στάδια της κατασκευής του. Οι Σοβιετικοί ευνοούνταν στη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων (fait accompli) στα ανατολικά σύνορα της Γερμανίας με την Πολωνία.

Έτσι μια ημέρα πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων, στις 16 Ιουλίου 1945, πυροδοτούνταν επιτυχώς η πρώτη ατομική βόμβα, η γνωστή ως Trinity Test, 300 χλμ νότια του Los Alamos, στην έρημο του Νέου Μεξικού. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ σημείωνε περιχαρής ότι μονομιάς ο εφιάλτης τελείωνε και τη θέση του έπαιρνε η λαμπρή και ανακουφιστική προοπτική ενός ή δύο συντριπτικών χτυπημάτων που θα μπορούσαν να τελειώσουν τον πόλεμο. Σημείωνε ακόμη ότι για τη χρήση ή μη των όπλων δεν είχε γίνει απολύτως καμμία συζήτηση.

Από την άλλη πλευρά οι Σοβιετικοί, εκμεταλλευόμενοι μια σχετική ασάφεια στη Συμφωνία της Γιάλτας (4-11.02.1945) με τις ονομασίες των ποταμών που ονομάζονταν Neiße, προωθούνταν σε μια λωρίδα πλάτους από 100 έως και 200 χλμ δυτικότερα, προς τον ποταμό Lausitzer Neiße, αντί να περιοριστούν στο όριο του ποταμού Glatzer Neiße, όπως επιθυμούσε ο W Churchill, ο οποίος βρισκόταν ανατολικότερα, διευκολύνοντας παράλληλα τον εκτοπισμό των Γερμανών από τη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία έμελλε να προσαρτηθεί από την Πολωνία.

Η δυσαρμονία στις σχέσεις μεταξύ των συμμάχων είχε αρχίσει να δημιουργείται αμέσως μετά το θάνατο του 63χρονου F D Roosevelt στις 12 Απριλίου από εγκεφαλική αιμορραγία, όταν ο διάδοχός του, H Truman, προχώρησε στο δραστικό περιορισμό της πράξης εκμισθώσεως και δανεισμού (Lend - Lease Act) προς τη Σοβιετική Ένωση, η οποία λόγω της έκτασης των καταστροφών αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και οξύτατα επισιτιστικά ελλείμματα. Ο πρώην Αντιπρόεδρος και την περίοδο εκείνη Υπουργός Εμπορίου Henry Wallace που υποστήριζε, στο πνεύμα του προηγούμενου Προέδρου, τη συνέχιση των εκμισθώσεων και του δανεισμού προς την Σοβιετική Ένωση παραγκωνίστηκε και σταδιακά εξωθήθηκε σε παραίτηση. Η στάση του F D Roosevelt έναντι του J Stalin θα μπορούσε να συνοψιστεί στην άποψη που εξέφραζε για να καθησυχάσει τους συνεργάτες του υποστηρίζοντας: "I just have a hunch that Stalin is not that kind of a man" και αιτιολογούσε "I think that if I give him everything I possibly can and ask for nothing from him in return, 'noblesse oblige', he won't try to annex anything and will work with me for a world of democracy and peace " Σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη και συγγραφέα George Lenczowski, ο Harry Truman, χαρακτήριζε αυτές τις απόψεις ως αφελείς και επικίνδυνες. Ο νέος Πρόεδρος έβλεπε με αυξανόμενη δυσπιστία τον Σοβιετικό Ηγέτη, ειδικά όσο αυτός διεύρυνε τη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ μέχρι και την κεντρική Ευρώπη. Η επέκταση, που εδραιωνόταν με την εγκατάσταση κυβερνήσεων-δορυφόρων της Μόσχας και υπήρξε η αιτιολογική βάση της μείωσης της οικονομικής υποστήριξης από τις ΗΠΑ, αποτελούσε για τον J Stalin, έναν αριστοτέχνη και δάσκαλο της Realpolitik σύμφωνα με τον Henry Kissinger, την πεμπτουσία της εξωτερικής (του) πολιτικής. Όπως μάλιστα δήλωνε ο ίδιος προς τον Milovan Djilas: Ο πόλεμος αυτός δεν είναι σαν τους άλλους στο παρελθόν. Όποιος καταλαμβάνει μια περιοχή μπορεί και να της επιβάλει το δικό του κοινωνικό σύστημα. Όλοι επιβάλουν το σύστημά τους μέχρι εκεί που φτάνουν τα χέρια του στρατού τους. Δεν γίνεται αλλιώς.

Η δήλωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κυνική στα όρια της ωμότητας, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την αντικειμενική ορθότητά της. Αν μάλιστα σταθμίσει κάποιος τις θυσίες των Σοβιετικών στον πόλεμο και τη συμβολή τους στη νίκη κατά του ναζισμού, οι απαιτήσεις του ηγέτη τους την ώρα της διάσκεψης θα έπρεπε να θεωρούνταν ως επιβεβλημένες, ως buffer zone σε μελλοντικές επιθέσεις. Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η Σοβιετική Ένωση, με 27 εκατομμύρια νεκρούς και το 1/3 των κατοικημένων εδαφών της καταστραμμένο, είχε υπομείνει μόνη της το 41,5% του συνόλου των ανθρωπίνων απωλειών11 του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.    

Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το κλίμα στη διάσκεψη, όταν στις 21 Ιουλίου 1945 ο Πρόεδρος Harry Truman, ύστερα από σχετική πρόταση της Interim Committee υπό τον Υπουργό Πολέμου Henry Stimson, ενέκρινε τη χρήση των ατομικών όπλων. Η οκταμελής επιτροπή, την οποία στελέχωναν επιφανή μέλη από τους χώρους της πολιτικής, της επιστήμης και της βιομηχανίας και στην οποία μετείχαν και οι προαναφερθέντες Vannevar Bush και James Conant, αποδεχόμενη και τις συστάσεις της Target Committee από τις 10 και 11 Μαΐου 1945, είχε εισηγηθεί την 1η Ιουνίου 1945 την άμεση και χωρίς προειδοποίηση χρήση των ατομικών όπλων εναντίον πόλεων που παρέμεναν αλώβητες, στις περιοχές τους δραστηριοποιούνταν πολεμικές βιομηχανίες και οι εργαζόμενοι στις μονάδες κατοικούσαν κοντά σ’ αυτές. Επρόκειτο δηλαδή για την επανάληψη της λογικής του βρετανικού moral bombing, με τη διαφορά ότι τώρα τα όπλα θα ήταν ατομικά.  

Στις 24 Ιουλίου στο περιθώριο των συζητήσεων ο Harry Truman πληροφορούσε τον J Stalin αόριστα για ένα νέο όπλο που, όπως πίστευε ο ίδιος, θα εξανέμιζε κάθε διάθεση των Ιαπώνων για συνέχιση του πολέμου. Σύμφωνα με τις καταγραφές στο ημερολόγιο του Αμερικανού Προέδρου, ο Ι Στάλιν άκουσε ατάραχος την είδηση και ευχήθηκε οι Αμερικανοί να χρησιμοποιήσουν το όπλο για καλούς σκοπούς. Αμέσως μετά ο Ι Στάλιν, που εκείνη την ώρα μάλλον γνώριζε περισσότερα από τον Χ Τρούμαν για την αμερικανική ατομική βόμβα, διεμήνυσε στον Lavrentij Berija να φροντίσει για την εντατικοποίηση του ρωσικού ατομικού προγράμματος που είχε αρχίσει από το 1943. Την επομένη μέρα, 25 Ιουλίου 1945, ο Αμερικανός Πρόεδρος ανέθετε στον Στρατηγό Carl Spaatz που βρισκόταν ήδη στη νήσο Tinian να προετοιμάσει το όπλο για χρήση έως την 3η Αυγούστου και να εξειδικεύσει τους στόχους βάσει και των οδηγιών των αρμοδίων επιτροπών. Στις 26 Ιουλίου ο H Truman ανακοίνωνε στην ιαπωνική ηγεσία το τελεσίγραφο, γνωστό ως Διακοίνωση του Πότσδαμ, εξ ονόματος των ΗΠΑ, της Κίνας του Chiang Kai-shek και της Βρετανίας, απαιτώντας την άμεση και άνευ όρων παράδοση ή διαφορετικά, όπως σημειώνονταν χωρίς να γίνεται κάποια έστω και υπαινικτική αναφορά στις ατομικές βόμβες, “The alternative for Japan is prompt and utter destruction.“

Η Κυβέρνηση της Ιαπωνίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το τελεσίγραφο ως μια συνήθη απειλή, απάντησε δια του Στρατηγού Suzuki Kantarō ότι θα το αγνοούσε, περιμένοντας παράλληλα τη διαμεσολάβηση της σοβιετικής ηγεσίας, ύστερα από το αίτημα της 9ης Ιουλίου που είχε απευθύνει ο Ιάπωνας Πρέσβης στη Μόσχα Satō Naotake προς τον Σοβιετικό Υπουργό των Εξωτερικών Vjačeslav Molotov αιτούμενος την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών με τους δυτικούς. Ωστόσο ο Β Μολότοφ προσπαθούσε να καθυστερήσει την προαναφερθείσα Διακοίνωση του Πότσδαμ, ώστε να παρέλθουν οι 90 ημέρες που προβλέπονταν για να κηρύξει η ΕΣΣΔ τον πόλεμο στην Ιαπωνία. Οι Αμερικανοί, διαθέτοντας πλέον τις ατομικές βόμβες, δεν επιθυμούσαν τον αντιπερισπασμό από την πλευρά των Σοβιετικών.

Αυτοί που τελικά παρενέβησαν για να αποτρέψουν τη χρήση των νεών όπλων, θεωρώντας την πλέον ως ανώφελη από επιχειρησιακή άποψη, και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι Ιάπωνες έδειχναν διαθέσεις για συνθηκολόγηση, ήταν οι υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί των ΗΠΑ, όπως οι Στρατηγοί Dwight Eisenhower, Douglas MacArthur, Carl Spaatz και οι Ναύαρχοι William Leahy και Chester Nimitz. Ο D Eisenhower μάλιστα επέμενε στο ότι δεν θα έπρεπε να είναι οι ΗΠΑ η πρώτη χώρα που θα χρησιμοποιούσε τα ατομικά όπλα.

Ακόμη και μετά το χτύπημα στη Χιροσίμα την 6η Αυγούστου η Ιαπωνική Κυβέρνηση φαινόταν ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε και περίμενε τη διαμεσολάβηση του Ι Στάλιν. Αντ’ αυτού στις 8 Αυγούστου η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε με ένα εκατομμύριο στρατιώτες στη Μαντζουρία και επιτίθετο στις Κουρίλες Νήσους. Το τηλεγράφημα του Ιάπωνα Πρέσβη από την Μόσχα δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ στο Τόκιο. Την ίδια αυτή ημέρα αμερικανικά αεροπλάνα ειδοποιούσαν τους κατοίκους 47 ιαπωνικών πόλεων για το επικείμενο δεύτερο χτύπημα που, όπως αναφέρονταν, θα είχε την ισχύ 2 χιλιάδων συνηθισμένων φορτίων βομβών ενός αεροσκάφους Β-29. Και με μια καγχαστική και προσβλητική συμβουλή προέτρεπαν όσους δεν πίστευαν κάτι τέτοιο να ρωτήσουν την Κυβέρνησή τους για την τύχη της Χιροσίμα. Στις 11 το πρωί της 9ης Αυγούστου, κάποια λεπτά πριν την πυροδότηση της δεύτερης βόμβας στο Ναγκασάκι, το Πολεμικό Συμβούλιο της χώρας, ύστερα από την επιμονή των στρατιωτικών που έθεταν όρους, τους οποίους δεν επρόκειτο να δεχτούν ποτέ οι Αμερικανοί, απέρριπτε την πρόταση του Υπουργού των Εξωτερικών Shigenori Togo για άμεση συνθηκολόγηση.

Οι νεκροί των επιθέσεων έφτασαν τους 100 χιλιάδες άμεσα. Άλλες 130 χιλιάδες πέθαναν μέχρι τα τέλη του 1945 και πολλοί θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια.

Λανθασμένα νομίζεται ότι ο D Trump είναι ένας μοναχικός και ιδιόρρυθμος λύκος. Κλείνω με μια αποστροφή από ένα άρθρο των H R McMaster και Gary Cohn, συμβούλου ασφαλείας και οικονομικού συμβούλου του Αμερικανού Προέδρου, στη Wall Street Journal από τον περασμένο Μάιο, όπου χωρίς περιστροφές δηλώνουν: The world is not a ‘global community’ but an arena where nations, non-governmental actors and businesses engage and compete for advantage. We bring to this forum unmatched military, political, economic cultural and moral strength. Rather than deny this elemental nature of international affairs, we embrace it.

Παραπομπές:

1. Οι ρωσικές στρατιωτικές ασκήσεις Zapad χρονολογούνται από την εποχή της ΕΣΣΔ και επαναλαμβάνονται κάθε τέσσερα χρόνια. Μετά την κρίση στην Κριμαία και την εφετινή ανάπτυξη της πολυεθνικής νατοϊκής δύναμης των τεσσάρων χιλιάδων ανδρών στις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία, όπως και την επίσης νατοϊκή θερινή άσκηση Sabre Guardian με τη συμμετοχή είκοσι πέντε χιλιάδων ανδρών στα σύνορα Ουγγαρίας-Ρουμανίας-Βουλγαρίας η Ρωσία δεν ενημέρωσε τον OSCE (Organization for Security and Co-operation in Europe) και δεν κάλεσε παρατηρητές στην Zapad του Σεπτεμβρίου του 2017, όπου υπολογίζεται ότι πήραν μέρος περί τις εκατό χιλιάδες άντρες.

2. Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται τα Mini-Nukes και όπως προαναφέρθηκε η ισχύς τους δεν υπερβαίνει τα 5 kt. Για να αποκτήσει σαφήνεια η συγκεκριμένη αναφορά είναι απαραίτητη η ακόλουθη σύγκριση: Η πρωτόγονη με τα σημερινά δεδομένα ατομική βόμβα Little Boy που εξερράγη την 6η Αυγούστου 1945 σε ύψος 600 μέτρων πάνω από την ιαπωνική Hiroshima αφανίζοντας σε μια πύρινη σφαίρα διαμέτρου 370 μέτρων, με θερμοκρασία 6.000 βαθμών Κελσίου, άμεσα 70 χιλιάδες αμάχους, τουλάχιστον άλλους τόσους τους επόμενους μήνες και κατέστρεψε το 69% των κτιρίων της πόλης, απελευθέρωσε ισχύ 16 kt. Και όλη αυτή η κόλαση προκλήθηκε από μια ευτυχή αστοχία· ο μηχανισμός πυροδότησης προκάλεσε την έκρηξη μόνο στο 1 από τα 64 κιλά, δηλαδή το 1,5%, του ουρανίου που περιέχονταν στη βόμβα. Τα υπόλοιπα 63 κιλά ή το 98,5% του υλικού που είχαν προβλεφθεί για τη σχάση δεν αντέδρασαν.

Μερικά από τα πυρηνικά όπλα που περιλαμβάνονται στα εκσυγχρονιστικά προγράμματα είναι τα αμερικανικά Prompt Global Strike Weapons, οι ρωσικοί διηπειρωτικοί πύραυλοι SS-25, το άγνωστο γενικά ρωσικό Object 4202, όπως επίσης και τα DF-ZF που δοκιμάζει ανάμεσα σ’ άλλα η Κίνα. Για ορισμένα από αυτά δεν υπάρχουν ή δεν έχουν κατασκευαστεί ακόμη φερέγγυα αμυντικά συστήματα.

3. Ο Otto Hahn, 1879-1968, ήταν γιος πλούσιου βιομηχάνου, αντιπολιτεύονταν ανοιχτά τους εθνικοσοσιαλιστές και εναντιώνονταν έμπρακτα στους φυλετικούς διωγμούς. Τιμήθηκε με το Βραβείο Nobel στη Χημεία το 1944, όσο ακόμη κρατούνταν από τους Βρετανούς στο Farm Hall της Αγγλίας. Από το 1957 είχε προταθεί επανειλημμένα από διεθνείς οργανισμούς για το Βραβείο Nobel στην Ειρήνη. Αναφερόμενος στον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο ο Albert Einstein έγραφε σε μια επιστολή του της 28ης Ιανουαρίου 1949: "Hahn was one of the very few who stood upright and did the best he could in these years of evil"

 

4. Μετά τον ακούσιο εκπατρισμό της το 1938 η Elise Meitner, 1878-1968, είχε καταφύγει στο Λονδίνο. Εκεί είχε ενημερωθεί για τη σημαντικότατη ανακάλυψη από τον ίδιο τον Όττο Χαν. Αυτός είχε διευκολύνει την μακροχρόνια συνεργάτιδα και επιστήθια φίλη του στην απόδρασή της, χαρίζοντάς μάλιστα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ώστε αν χρειαζόταν να δωροδοκήσει τους συνοριοφύλακες. Ήταν αναγνωρισμένη Αυστριακή φυσικός, εβραϊκής καταγωγής και, παρότι είχε ασπαστεί στον προτεσταντισμό ήδη από το 1908, η μεταστροφή της δεν την προφύλαξε από τους διωγμούς των εθνικοσοσιαλιστών. Όταν αργότερα της προτάθηκε να μετάσχει στο Σχέδιο Μανχάταν, η σπουδαία αυτή γυναίκα, αρνήθηκε λέγοντας "εγώ δεν έχω καμιά σχέση με βόμβες!" Η Ε Μάιτνερ, αν και θεωρούμενη ως ισότιμη συνεργάτιδα του Ο Χαν, δεν τιμήθηκε ποτέ με το Βραβείο Νόμπελ. Το 1949 της απονεμήθηκε το Βραβείο του γερμανικού ιδρύματος Μαξ Πλανκ και το 1966 ήταν η πρώτη γυναίκα που της απονεμόταν το Βραβείο Ενρίκο Φέρμι της Αμερικανικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας.

 

5. Ο Werner Heisenberg, 1901-1976, αναγορεύτηκε καθηγητής το 1927 στην ηλικία των 26 ετών· στην ηλικία των μόλις 31 ετών, το 1932, τιμήθηκε με το Βραβείο Nobel στη Φυσική "for the creation of quantum mechanics", όπως ανέφερε το σκεπτικό της επιτροπής. Προερχόμενος από οικογένεια ελληνιστών είχε μυηθεί στην κλασική γραμματολογία. Έτσι θεωρούσε το έργο του και ως μια επιβεβαίωση της θεωρίας του Πλάτωνα: οι μικρότερες μονάδες της ύλης στην πραγματικότητα δεν είναι φυσικά αντικείμενα με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης· είναι σχήματα και δομές ή στο πνεύμα του Πλάτωνα, είναι Ιδέες για τις οποίες μπορεί να μιλήσει κάποιος με σαφήνεια μόνο στη γλώσσα των μαθηματικών.(Werner Heisenberg: Physik und Philosophie)

 

Αναφερόμενος στην κβαντική μηχανική ο φημισμένος Βρετανός θεωρητικός φυσικός Stephen Hawking σημειώνει: Σήμερα αποτελεί το υπόβαθρο όλης σχεδόν της σύγχρονης φυσικής και τεχνολογίας…είναι επίσης η βάση της σύγχρονης χημείας και βιολογίας. Οι μόνες περιοχές των φυσικών επιστημών όπου η κβαντική μηχανική δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμη με κατάλληλο τρόπο είναι η βαρύτητα και η μακροσκοπική δομή του Σύμπαντος. (Το Χρονικό του Χρόνου)

 

6. Ο Arnold Sommerfeld, 1868-1951, υπήρξε μαζί με τους Max Planck, Albert Einstein και Niels Bohr από τους θεμελιωτές της θεωρητικής φυσικής. Αν και προτάθηκε επανειλημμένα, ουδέποτε τιμήθηκε με το Βραβείο Nobel. Ωστόσο επτά από τους φοιτητές που δίδαξε έλαβαν τη συγκεκριμένη διάκριση. Πρόκειται για μια επίδοση την οποία κανείς ως πανεπιστημιακός δάσκαλος δεν πέτυχε μέχρι σήμερα.

 

7. Η επόμενη αντιπαράθεση, διαρκούντος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, παρουσιάστηκε με τη μορφή της ιρανικής κρίσης, κυρίως μετά την αγγλική από τα νότια και τη σοβιετική από τα βόρεια εισβολή στο διάστημα ανάμεσα στις 25 Αυγούστου έως τις 17 Σεπτεμβρίου 1941 για τον έλεγχο των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου της χώρας. Τότε άρχισε να κορυφώνεται και το πάγιο αίτημα αυτοδιάθεσης των Κούρδων στα βορειοδυτικά και των Αζέρων και βόρεια του Ιράν και οδήγησε, με την επίνευση του J Stalin και την παρουσία του Κόκκινου Στρατού, στην ανακήρυξη της Κουρδικής Δημοκρατίας του Mahabad στις 15 Δεκεμβρίου του 1945 και τρείς ημέρες νωρίτερα, στις 12 Δεκεμβρίου 1945 στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Āzarbāydschān. Ωστόσο και οι δύο αυτές κρατικές υποστάσεις υπήρξαν βραχύβιες· στα τέλη του επομένου χρόνου, τον Δεκέμβριο του 1946, ύστερα από τη δυναμική παρέμβαση του Harry Truman, ο οποίος απείλησε ακόμη και με τη χρήση ατομικών όπλων, η πορεία αντιστράφηκε. Οι Σοβιετικοί εξαναγκάστηκαν σε αναδίπλωση και ο ιρανικός στρατός ανακατέλαβε τις αποσχισθείσες περιοχές. Ήταν ένα από τα πρώτα επεισόδια του Ψυχρού Πολέμου που σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία είχε αρχίσει με την Operation Unthinkable.  

 

8. Ο Klaus Fuchs, 1911-1988, υπήρξε γερμανικής καταγωγής Βρετανός πυρηνικός φυσικός και κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης. Γιός λουθηρανού θεολόγου με δημοκρατική δράση, ο οποίος εγκατέλειψε τη Λουθηρανική Εκκλησία, όταν αυτή μετά το 1933 στήριξε το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. O K Fuchs δραστηριοποιήθηκε πολιτικά ήδη από τα μαθητικά του χρόνια. Παρά το δυσμενές περιβάλλον στο Γυμνάσιο της πόλης του Eisenach, όπου ζούσε, φοιτούσε και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του είχε αποκτήσει το προσωνύμιο κόκκινες αλεπούδες (Rote Füchse) εντάχτηκε αρχικά στην SPD και στη μετωπική οργάνωση Reichsbanner Schwarz-Rot-Gold. Ο σχηματισμός αποτελούνταν από συνασπισμένες δυνάμεις σοσιαλδημοκρατών, κεντρώων, δημοκρατών (SPD, Zentrum, DDP) και δρούσε παραστρατιωτικά στον αντίποδα των Ταγμάτων Εφόδου (SA) του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Klaus Fuchs

 

Στις εκλογές της 13ης Μαρτίου και 10ης Απριλίου 1932 διαφώνησε με τη γραμμή του SPD να στηρίξει τον Στρατάρχη Paul von Hindenburg ως υποψήφιο Πρόεδρο της Γερμανίας, προκρίνοντας την υπερψήφιση του κομουνιστή Ernst Thälmann, γεγονός που οδήγησε στη διαγραφή του από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και την ένταξή του στις γραμμές του Κομουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (KPD).

 

Από το 1930 έως και το 1933 σπούδασε μαθηματικά στη Λειψία, το Κίελο και το Βερολίνο. Η άνοδος των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, στις 30 Ιανουαρίου 1933 και η καταστροφή του Reichstag ένα μήνα αργότερα, στις 27-28 Φεβρουαρίου 1933, τον βρήκαν να φοιτά στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου. Δεδομένου ότι είχε εμπλακεί επανειλημμένα σε συγκρούσεις με τα Τάγματα Εφόδου, στοχοποιήθηκε, επικηρύχτηκε από τις αστυνομικές αρχές και διαφεύγοντας μετά βίας τη σύλληψη, εγκατέλειψε το Κίελο, όπου η NSDAP ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Κατέφυγε στο Βερολίνο. Διέθετε τέτοια ικανότητα στην παραλλαγή, τόσα αποθέματα ψυχραιμίας και περιφρόνησης προς τον κίνδυνο, ώστε κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών που διώκονταν, μέχρι τον εκπατρισμό του τον Αύγουστο του 1933, να παρακολουθεί θρασύτατα και τις παραδόσεις στο πανεπιστήμιο Friedrich-Wilhelm της γερμανικής πρωτεύουσας.

 

Τον Αύγουστο του 1933, γνωρίζοντας ότι ο κλοιός στένευε, αναχώρησε για τη Γαλλία. Εκεί στη διάρκεια ενός αντιφασιστικού συνεδρίου στο Παρίσι, που διοργάνωνε ο Henri Barbusse, φίλος του Albert Einstein, γνωρίστηκε με τους Ronald και Jessie Gunn, οι οποίοι του πρότειναν να τον φιλοξενήσουν στο Clapton του Somerset. Ο Klaus Fuchs έφτασε στην Αγγλία στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1933, όπου η Jessie Gunn, μέλος της οικογένειας Wills, κληρονόμων της Imperial Tobacco και ευεργέτιδα του Πανεπιστημίου του Bristol, τον σύστησε στον καθηγητή της Φυσικής Nevill Mott. Δίπλα σ’ αυτόν σπούδασε φυσική και το 1937 ολοκλήρωσε τη φοίτησή του αποκτώντας PhD. Στη συνέχεια ο N Mott, που απασχολώντας μεγάλο αριθμό αλλοδαπών επιστημόνων γνώριζε το περιβάλλον των Γερμανών πολιτικών προσφύγων, τον προώθησε στην ομάδα του σπουδαίου Max Born στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Εκεί εργάστηκε ως βοηθός και ύστερα από τη δημοσίευση εργασιών του πήρε τον τίτλο του Doctorate in Science. Ακολούθως, το 1939, αιτήθηκε τη βρετανική υπηκοότητα, την οποία όμως δεν πρόλαβε να αποκτήσει καθώς στο μεταξύ είχε αρχίσει ο πόλεμος και ο ίδιος, όπως συμβαίνει με αλλοδαπούς πολίτες, υπηκόους χωρών οι οποίες βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη χώρα διαμονής τους, χαρακτηρίστηκε ως enemy alien και παρά τις έγγραφες διαβεβαιώσεις του Μαξ Μπορν για τις δημοκρατικές πεποιθήσεις του και την αντιναζιστική δράση του, τέθηκε υπό περιορισμό και κρατήθηκε αρχικά στο Isle of Man και από τον Ιούλιο του 1940 σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Sherbrooke του Κεμπέκ στον Καναδά.

 

Στη διάρκεια της σχετικά σύντομης περιόδου του εγκλεισμού του στον Καναδά διατηρήθηκε η συνεργασία του με τον Μαξ Μπορν, ο οποίος παρενέβαινε διαρκώς για την απελευθέρωση του Κλάους Φούξ, και συνέχισε τις δημοσιεύσεις επιστημονικών άρθρων, ενώ ήρθε σε επαφή και με την ομάδα των κομμουνιστών του στρατοπέδου, την οποία είχε συγκροτήσει μυστικά ο Hans Kahle, στέλεχος του KPD. Στο μεταξύ η Βρετανική Κυβέρνηση επαναπροσδιόριζε τη στάση της έναντι των πολιτικών προσφύγων και ο K Fuchs, όπως και ο H Kahle, περιλήφθηκαν στην πρώτη ομάδα που απελευθερώθηκε και στις 25 Δεκεμβρίου του 1940 επέστρεψε στη Βρετανία. Εκεί ο H Kahle έφερε σε επαφή τον K Fuchs με τον Γερμανό οικονομολόγο Jürgen Kuczynski, ο οποίος είχε συστήσει την παράνομη οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας στη Βρετανία και δίδασκε στο London School of Economics. Ο J Kuczynski σύστησε τον K Fuchs στον Simon Kremer, γραμματέα του στρατιωτικού ακολούθου της Πρεσβείας της Σοβιετικής Ένωσης στο Λονδίνο, ο οποίος ήταν στέλεχος της διεύθυνσης εξωτερικού της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού (GRU). Ακολούθησε η γνωριμία του Κλάους Φούξ με τη Γερμανίδα κομμουνίστρια Ruth Kuczynski, αδερφή του J Kuczynski, η οποία ήταν πράκτορας της GRU με βαθμό Ταγματάρχη, η οποία θα ήταν ο σύνδεσμος του K Fuchs με τη σοβιετική υπηρεσία για όσο διάστημα αυτός θα έμενε στη Βρετανία.

 

Το ίδιο αυτό διάστημα οι υπεύθυνοι του βρετανικού προγράμματος ατομικών ερευνών πρόσεξαν και εκτίμησαν τις επιστημονικές ικανότητες του K Fuchs. Έτσι μερικούς μήνες μετά την επιστροφή του, τον Μάιο του 1941, τον προσέγγισε ο γερμανικής καταγωγής φυσικός και πολιτικός πρόσφυγας Rudolf Peierls, γνωστός ήδη από τον Μάρτιο του 1940 με το Frisch–Peierls memorandum, και του πρότεινε να μετάσχει στο Tube Alloys. Ο K Fuchs αποδέχτηκε την πρόταση και μετακινήθηκε στην έδρα της ομάδας στο Πανεπιστήμιο του Birmingham. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, στις 7 Αυγούστου 1942, παρά τους περιορισμούς πήρε τη βρετανική υπηκοότητα και υπέγραψε τη δήλωση Official Secrets Act, με την οποία δεσμεύονταν οι πολίτες της κοινοπολιτείας να μην δημοσιοποιούν κρατικά μυστικά και επίσημες πληροφορίες που άπτονταν θεμάτων εθνικής ασφαλείας.

 

Στα τέλη του 1943, στα πλαίσια της Συμφωνίας του Κεμπέκ της 19ης Αυγούστου 1943, μετακινήθηκε με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας που ανήκε στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, όπου συνέχισε τις εργασίες του για λογαριασμό του Manhattan Project. Η κατασκοπευτική του δραστηριότητα τέθηκε στη διάθεση του παραρτήματος της NKGB στη Νέα Υόρκη με σύνδεσμο τον ρωσικής καταγωγής πολιτικό πρόσφυγα και χημικό Harry Gold, υπό την επιστασία του Ρώσου πράκτορα Semyon Semyonov. Τον Αύγουστο του 1944 αποσπάστηκε στο τμήμα θεωρητικής φυσικής στα εργαστήρια του Λος Άλαμος. Εκεί εργάστηκε υπό τον διακεκριμένο φυσικό και επίσης Γερμανό πολιτικό πρόσφυγα Hans Bethe αναπτύσσοντας τη μέθοδο Fuchs-Nordheim, που εφαρμόστηκε στην κατασκευή της βόμβας πλουτωνίου. Η μέθοδος απέβη κλασική και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Ο προϊστάμενός του Hans Bethe, που το 1967 θα τιμούνταν με το Nobel στη Φυσική, τον αξιολογούσε ως έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς που είχε στο τμήμα του και ως έναν από τους καλύτερους θεωρητικούς φυσικούς που διέθετε το Πρόγραμμα Μανχάταν. Την αυγή της 16ης Ιουλίου του 1945, στις 5:29΄π μ, ήταν ανάμεσα σ’ εκείνους τους 425 αυτόπτες της επιτυχούς κατάληξης του Trinity Test σε μια περιοχή της ερήμου στο Νέο Μεξικό, με τη σημαδιακή ονομασία Jornada del Muerto (το ταξίδι του νεκρού), 56 χλμ νοτιοανατολικά της μικρής πόλης Socorro.

 

Μετά την αποχώρηση του Robert Oppenheimer και ύστερα από αίτημα του αντικαταστάτη του Norris Bradbury στη διεύθυνση του Los Alamos Laboratory τον Οκτώβριο του 1945, παρέμεινε και εργάστηκε στο επόμενο ατομικό πρόγραμμα με την ονομασία Operation Crossroads, το οποίο θα κατέληγε στην επόμενη, δημόσια αυτή τη φορά, δοκιμή στα Bikini Atoll του Ειρηνικού στα μέσα του 1946. Αν και την 1η Αυγούστου 1946 υπογράφτηκε από τον Πρόεδρο Harry Truman η πράξη Atomic Energy Act of 1946 (McMahon Act), που θα ίσχυε από την 1η Ιανουαρίου 1947, και απαγόρευε ρητά την παροχή πληροφοριών σχετικών με τα πυρηνικά σε ξένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Βρετανίας, ο Klaus Fuchs συνέχισε τη δραστηριότητά του ενημερώνοντας πλέον όχι μόνο τους Σοβιετικούς, αλλά και τους Βρετανούς. Τον Αύγουστο του 1946 ανταποκρίθηκε στο αίτημα των Βρετανών, οι οποίοι τον εκτιμούσαν ως έναν από τους κορυφαίους στον τομέα των πυρηνικών, επέστρεψε στη χώρα και ανέλαβε επικεφαλής του Τμήματος Θεωρητικής Φυσικής στο Atomic Energy Research Establishment (AERE) στο Harwell του Oxfordshire. Μεταξύ των ετών 1947 και 1949 σε έξι συναντήσεις παρέδωσε στον Σοβιετικό πράκτορα Alexander Feklisov τα σχέδια για την κατασκευή βόμβας υδρογόνου, τα αποτελέσματα της τρίτης πυρηνικής δοκιμής των Αμερικανών στα Eniwetok Atoll, που είχε διενεργηθεί μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 1948, όπως και τα θεμελιώδη δεδομένα για την παραγωγή U235 Υπενθυμίζω ότι ο Alexander Feklisov, ως Aleksandr Fomin, διατέλεσε από το 1960 έως το 1964 επικεφαλής του παραρτήματος της KGB στην αμερικανική πρωτεύουσα και στη βάση των προτάσεών του επιλύθηκε η γνωστή ως κρίση των πυραύλων στην Κούβα της 16ης έως την 28η Οκτωβρίου 1962.

 

Τον Σεπτέμβριο του 1949 η αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπείας Signal Intelligence Service (SIS), που αργότερα θα μετεξελισσόταν στη σημερινή National Security Agency, ενημέρωσε τους Βρετανούς και συγκεκριμένα την Government Communications Headquarters (GCHQ) για την κατασκοπευτική δράση του Klaus Fuchs. Η αποκάλυψή του προέκυψε από την αποκρυπτογράφηση υποκλαπέντων μηνυμάτων των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, τα οποία είχαν συλλεχτεί στα πλαίσια του προγράμματος Venona, που είχαν συστήσει από το 1943 οι Αμερικανοί. Οι Σοβιετικοί, που από την 1η Ιουνίου 1948 στο Osjorsk των Ουραλίων θα παρήγαγαν πλουτώνιο σε βιομηχανική κλίμακα και στις 29 Αυγούστου 1949 θα πραγματοποιούσαν τη δική τους επιτυχή δοκιμή ατομικής βόμβας στο Semipalatinsk του Καζακστάν, η οποία ακολουθούσε το σχεδιασμό του όπλου (Fat Man) που είχε καταστρέψει το Nagasaki και στην κατασκευή του οποίου είχε μετάσχει ο K Fuchs, αποστασιοποιήθηκαν ήδη από τον Φεβρουάριο. Στη συνέχεια τον παραγκώνισε και ο Kim Philby.

 

Το Δεκέμβριο του 1949 ανακρίθηκε ανεπίσημα από τον αξιωματικό της MI5 William Skardon και αρχικά αρνήθηκε την κατασκοπευτική του δράση. Τον Ιανουάριο του 1950 με πρωτοβουλία του συναντήθηκε με τον ίδιο αξιωματικό της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών και ομολόγησε και επιπρόσθετα αποκάλυψε ότι η NKGB είχε προσεταιριστεί ήδη από 1942 κάποιον επιστήμονα στο Berkeley, ο οποίος πληροφορούσε τη σοβιετική μυστική υπηρεσία σχετικά με τον ηλεκτρομαγνητικό διαχωρισμό των ισοτόπων του ουρανίου με σκοπό την παραγωγή U235. Η ομολογία και οι αποκαλύψεις του Klaus Fuchs ενέπλεξαν τον Harry Gold, του οποίου οι καταθέσεις θα είχαν σημαντική βαρύτητα στις καταδίκες από την αμερικανική δικαιοσύνη του David Greenglass σε 15 χρόνια φυλάκιση και στην εκτέλεση των Julius και Ethel Rosenberg στις 19 Ιουνίου 1953.

 

Διώχθηκε για την παραβίαση της Official Secrets Act σε τέσσερις περιπτώσεις και την 1η Μαρτίου 1950 καταδικάστηκε από τον Lord Goddard σε 14 έτη φυλάκισης. Επρόκειτο για την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για κατασκοπεία και όχι για προδοσία, αφού κατά την περίοδο τέλεσης των αδικημάτων η Σοβιετική Ένωση ήταν σύμμαχος της Βρετανίας. Στη διαδικασία, που διήρκεσε μόνο 90 λεπτά, ο Klaus Fuchs αιτιολόγησε τη δράση του με το σκεπτικό ότι οι ενέργειές του ήταν αποτέλεσμα της αλληλεγγύης που ένιωθε για τη Σοβιετική Ένωση που αντιστεκόταν στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και ακόμη ότι η απόκτηση ατομικών όπλων και από τους Σοβιετικούς θα απέτρεπε τη χρήση τους στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1950 του αφαιρέθηκε η βρετανική υπηκοότητα. Το 1952 τον επισκέφτηκε στη φυλακή ο Sir William Penney, επικεφαλής τότε του βρετανικού προγράμματος κατασκευής υδρογονοβόμβας. Η επίσκεψη σχετίστηκε με το γεγονός ότι το 1950, μετά την αποκάλυψη της δραστηριότητας του Klaus Fuchs, οι Αμερικανοί είχαν αρνηθεί να προμηθεύσουν τους Βρετανούς με ατομικά όπλα.

 

Αξίζει και πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υπολογίστηκε, για τις πληροφορίες που είχε παραδώσει ο K Fuchs στους Σοβιετικούς είχαν απαιτηθεί έρευνες δύο ετών και το κόστος τους είχε εκτιμηθεί στα 400 εκατομμύρια δολάρια της εποχής. Παρόλα αυτά, ίσως και για λόγους γοήτρου, αμφισβητήθηκε το μέγεθος της ουσιαστικής συμβολής των συγκεκριμένων πληροφοριών στην επιτάχυνση και επιτυχία του σοβιετικού προγράμματος. Η αμφισβήτηση βέβαια είχε μια πραγματική βάση, αφού ακόμη και αυτές οι εξειδικευμένες πληροφορίες, πριν παραδοθούν στους ειδικούς επιστήμονες, ελέγχονταν πρώτα από τον περιβόητο Lavrentiy Beria, τον επικεφαλής του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας.

 

Μετά την αποφυλάκισή του, στις 23 Ιουνίου 1959, αρνήθηκε αρκετές και μάλιστα δελεαστικές προτάσεις να συνεχίσει την επιστημονική του δραστηριότητα σε χώρες της δύσης και επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία. Από το 1963 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης και παράλληλα συμβούλεψε τον Κινέζο πυρηνικό φυσικό Qian Sanqiang στο σχεδιασμό του κινεζικού προγράμματος ατομικών ερευνών. Έτσι και με τη δική του συμβολή η Κίνα κατόρθωσε το 1966 την πρώτη επιτυχημένη πυρηνική δοκιμή της. Μέχρι το θάνατό του, το 1988 στο Ανατολικό Βερολίνο, κάλυψε καίριες θέσεις στον τομέα της έρευνας και τιμήθηκε με διάφορα παράσημα για την προσφορά του από την ηγεσία της χώρας του.            

 

Ο βραβευμένος με Pulitzer Αμερικανός συγγραφέας Richard Rhodes αναφέρει ότι μετά την αποκάλυψη της δράσης του Klaus Fuchs ως πληροφοριοδότη, ο Hans Bethe σχολίασε ότι αυτός υπήρξε ο μοναδικός φυσικός που γνώριζε, ο οποίος πραγματικά είχε αλλάξει την ιστορία.

 

9. Hastings Lionel Ismay, 1887-1965. Μετά τη σύσταση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στις 4 Απριλίου 1949 και ύστερα απο την πρώτη διεύρυνσή της το 1952 και μέχρι το 1957 υπήρξε ο πρώτος της Γενικός Γραμματέας. Είναι αυτός που είχε περιγράψει το σκοπό του ΝΑΤΟ για την Ευρώπη με τη φράση to keep the Russians out, the Americans in, and the Germans down         

 

10. Πρέπει να σημειωθεί ότι W Churchill αποσιώπησε το σχέδιο Operation Unthinkable στο εξάτομο έργο του Memoirs of the Second World War. Η ιστορική σειρά, που δημοσιεύθηκε από το 1948 και έως το 1953, θεωρούνταν κλασική και είχε γνωρίσει σημαντική εκδοτική επιτυχία στη Βρετανία και στις ΗΠΑ τη μεταπολεμική περίοδο. Θεωρήθηκε μάλιστα από τους βασικούς λόγους που απέφεραν στον συγγραφέα το βραβείο Nobel στη Λογοτεχνία το 1953. Τα διαβαθμισμένα ως άκρως απόρρητα έγγραφα που μαρτυρούσαν την ύπαρξη του σχεδίου αποκαλύφθηκαν μόλις το 1998.

 

11. Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Σοβιετική Ένωση, των 190,7 εκατομμυρίων, μετρούσε 13 εκατομμύρια νεκρούς στρατιώτες και 14 εκατομμύρια νεκρούς πολίτες, που αντιστοιχούσαν στο 14,1% του πληθυσμού της. Από το γενικό σύνολο των περίπου 65 εκατομμυρίων νεκρών στρατιωτών και πολιτών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα 27 εκατομμύρια ή το 41,5%, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπήρξαν Σοβιετικοί. Είχε επίσης καταστραφεί και το 1/3 των εδαφών της. Τα αντίστοιχα μεγέθη απωλειών σε ανθρώπινες ζωές για τις ΗΠΑ ήταν 407 χιλ, για το Ηνωμένο Βασίλειο 333 χιλ και για τη Γαλλία 360 χιλ. Η Γερμανία μετρούσε συνολικά 6.355 χιλ νεκρούς, από τους οποίους 5.185 στρατιώτες και 1.170 πολίτες. Το μέγεθος των απωλειών, φτάνοντας στο 8% επί του συνολικού πληθυσμού των 79,4 εκατομμυρίων του 1939, δηλαδή συμπεριλαμβανομένων και των κατοίκων Αυστρίας και Σουδητίας, και ειδικά όσο αφορά τους άμαχους πολίτες, είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των Πολωνών και των Σοβιετικών. Ιδιαίτερα βαρύς ήταν ο φόρος αίματος της Πολωνίας, η οποία με πληθυσμό περί τα 35 εκατομμύρια το 1938, είχε χάσει 5, 65 εκατομμύρια ανθρώπους. Από αυτούς 300 χιλ υπήρξαν στρατιώτες και 5.350 χιλ πολίτες, από τους οποίους περίπου 3 εκατομμύρια υπήρξαν Εβραίοι κάτοικοι της χώρας ή το 16,1% των κατοίκων. Στο άθροισμα περιλαμβάνονται και 150 χιλ Πολωνοί που υπήρξαν θύματα της σοβιετικής κατοχής, από το 1939 έως το 1941, των ανατολικών περιοχών της χώρας (Kresy), που αποτελούσαν το 52,1% της συνολικής επικράτειας και κατοικούνταν από 13,2 εκατομμύρια.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

 

https://www.britannica.com/event/Manhattan-Project. Richard Rhodes, The Making of the Atomic Bomb, Simon & Schuster N Y, 1987. www.zeit.de Jahrgang 1956 › Ausgabe: 45, Berthold Lammert. Der Spiegel, Geschichte, Die Bombe.

,Dwight D. Eisenhower exit speech on Jan.17, 1961. Warning us of the military industrial complex.

 

Militärgeschichtliches Forschungsamt (MGFA) - Das Deutsche Reich und der Zweite Weltkrieg, 2008. Joachim Käppner, Summe der Schande, Süddeutsche Zeitung,17 März 2015.

 

Read 412 times
Rate this item
(2 votes)
Last modified on Σάββατο, 30 Δεκέμβριος 2017 07:24

Image Gallery

{gallery}238{/gallery}

Leave a comment



Anti-spam: complete the task

Πνευματικά Δικαιώματα

   Ευχαριστούμε που μας επισκεφτήκατε. Σας υπενθυμίζουμε τα σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα. Παρακαλούμε σεβαστείτε τα. Ως πράξη αντίστασης.     

  

Facebook Like

Επικοινωνία