09:08  Δευτέρα, 3  Οκτωβρίου  2022 
elendetr

Ο Φορολογικός Αμοραλισμός & Το Ιστορικό του Αντίδοτο

Κυριακή, 04 Απριλίου 2021 00:32
Διαβάστηκε 345 φορές

Μπορεί να υπάρχουν διαφορές απόψεων για τη διάρκεια ζωής του καπιταλιστικού συστήματος,

αλλά τη στιγμή αυτή το καπιταλιστικό σύστημα υπάρχει, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να βρεθεί ένα modus vivendi.

Georgi Tschitscherin,1920. Henry Kissinger, Διπλωματία, Λιβάνης 1994, Σελ.292 

Γνήσιος και Ανόθευτος Νεοφιλελευθερισμός: Πενήντα Πέντε (55) από τις μεγαλύτερες εταιρίες της κατηγορίας S&P 500 και Fortune 500 με κέρδη 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων την περασμένη χρονιά εκμεταλεύτηκαν διάφορες ρυθμίσεις και δεν πλήρωσαν καθόλου ($ 0) εταιρικούς φόρους εισοδήματος για το 20201. Κάποιοι από τους μεγαλομετόχους των εταιριών αυτών αφηνιάζουν με το προτεινόμενο πρόγραμμα των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για δημόσιες επενδύσεις της νέας κυβέρνησης.

Ωστόσο, ανάμεσά τους βρίσκονται και κάποιοι, όπως ο Mark Zuckerberg, που πριν ενάμιση χρόνο δήλωνε στο περιοδικό Forbes2: At some level, no one deserves to have $1 billion. (Από κάποιο σημείο και μετά, κανείς δεν δικαιούται να έχει 1 δισεκατομμύριο δολάρια). Απόψεις για αναλογικότερη φορολογία είχαν εκφράσει στο παρελθόν και άλλοι βαθύπλουτοι, όπως οι  Warren Buffett, Bill Gates, Michael Bloomberg και George Soros. Και επειδή οι προηγούμενοι επιδίδονται σε ευρείας κλίμακας και  κολοσσιαίου μεγέθους φιλανθρωπίες, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει βάσιμα ότι ίσως δεν προσποιούνται. Στο βαθμό που συμβαίνει αυτό και με δεδομένη την άρνηση της έστω μερικής υιοθέτησης των προτάσεων τους για ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα, μπορεί κάποιος να εκτιμήσει την ισχύ των πολιτικών δυνάμεων που συντηρούν το σύστημα. 

Όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις, ως πολιτική προσδιορίζεται ο τρόπος που μια κοινωνία εξηγεί τις ανισότητές της. Οι κατευθυντήριες επιλογές της προκαθορίζονται ιστορικά. Η οικονομία αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους μάρτυρες του περιεχομένου της πολιτικής. Στις αγγλοσαξωνικές χώρες κυριαρχεί ο πολιτικός απόηχος της Ένδοξης Επανάστασης του 17ου αιώνα (1653-1696). Τότε οι ανερχόμενες αστικές τάξεις της Αγγλίας επέβαλαν στην Μοναρχία το Σύνταγμα που διασφάλιζε πρωτίστως τα δικά τους πολιτικά και κατ' επέκταση οικονομικά συμφέροντα. Με την έννοια αυτή η νεοφιλελεύθερη επανάσταση των Θάτσερ και Ρήγκαν της δεκαετίας του 1980 υπήρξε ένας ιστορικός αναχρονισμός. Η τάξη των νέων ευγενών, που ορίζονταν πλέον με βάση τον όγκο των κεφαλαίων που διέθεταν ή διαχειρίζονταν, ανακτούσε τα σκανδαλώδη φορολογικά της προνόμια. (Στην ανάρτηση: Ο Θάνατος των Άλλων & Ο Νεοφιλελευθερισμός, παρουσιάζεται η φορολογική πολιτική της Margaret Thatcher και οι επιπτώσεις της στη βρετανική οικονομία)

Για μια κοινωνία που προβληματίζεται έντιμα για την επόμενη μέρα και η πολιτική της συνείδηση προηγείται της συντεχνιακής σύνεσης και της αγαθής προαίρεσης υπάρχουν δοκιμασμένες και επιτυχημένες λύσεις. Για τις κοινωνίες που εξαγοράστηκαν και συμφιλιώθηκαν με την καταδίκη τους στην ιστορική καθυστέρηση, θα απαιτούνταν ανατρεπτική πολιτική γενναιότητα και απάρνηση από ιδεολογικές δεισιδαιμονίες. Με τις προϋποθέσεις αυτές θα μπορούσε κάποιος να προτείνει μια προσαρμοσμένη μορφή του φορολογικού νόμου (Vermögensabgabe-Lastenausgleichsgesetz) του Konrad Adenauer του 1952. Επρόκειτο κυρίως για την προοδευτική φορολογία στα οικονομικά ανώτερα στρώματα, που έφτανε μέχρι και το 50% για κάποιες κατηγορίες, και επιμερίζονταν σε 120 δόσεις, πληρωτέες σε ένα διάστημα τριάντα ετών. Παράλληλα είχαν ληφθεί μέτρα για τη διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα χαμηλότερα σε σχέση με την ανάπτυξη, αλλά υψηλότερα σε σύγκριση με τα επιτόκια. Η πολιτική αυτή εξυπηρετούσε την προστασία των λαϊκών εισοδημάτων, τη στήριξη της κοινωνικής πρόνοιας και την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας με σκοπό την ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη του συνόλου της κοινωνίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αντίθεση με τους Βρετανούς, αλλά μέχρις ενός σημείου και τους Γάλλους, που πλήρωναν τόκους στους ομολογιούχους που δάνειζαν τα κράτη τους, οι Γερμανοί στήριζαν τη δημόσια παιδεία, την κοινωνική ειρήνη και την επιστημονική έρευνα. Μ' άλλα λόγια την παραγωγικότητα σ' όλα τα επίπεδα. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Οι συγκεκριμένοι φορολογικοί νόμοι τηρήθηκαν μέχρι κεραίας απ' όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν έως την παρέλευση της τριακονταετίας. Αυτές υπήρξαν σε γενικές γραμμές οι προτεραιότητες που έθετε η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς (Soziale Marktwirtschaft) και βαθμιαία οδήγησαν στο περιβόητο Wirtschaftswunder (Οικονομικό Θαύμα).Το συνολικό πολιτικό-οικονομικό πλαίσιο που έθετε η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς δεν ήταν παρά η ιστορική συνέχεια του καμεραλισμού3 στη σύγχρονη εποχή. Εννοείται με τη διαμόρφωση που προσέδωσαν στο συγκεκριμένο σύστημα οι επαναστατικές ανατροπές (1848-1849, 1918-1919) και οι πόλεμοι (1864,1866, 1870-1871).

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το ποσοστό των Γερμανών που παρακολουθούσε και ολοκλήρωνε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν μεγαλύτερο ή και διπλάσιο (40%) από εκείνο των Βρετανών, αλλά και των Γάλλων (από 20% έως και 30%). Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην έρευνα. Και το πιο σπουδαίο και εκπληκτικό είναι ότι όλα αυτά εφαρμόζονταν παρά το γεγονός ότι μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το δημόσιο χρέος της ηττημένης Γερμανίας έφτανε στο 180%, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγαλύτερο από εκείνο των Η.Π.Α. (150%) και ήταν σημαντικά μικρότερο από εκείνο της Γαλλίας (270%) και της Βρετανία (310%). Όπως είχε συμβεί και μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η χώρα, αν και μακράν πιο κατεστραμμένη σε σχέση με το 1918, βρισκόταν οικονομικά σε καλύτερη θέση σε σχέση με τους νικητές Γάλλους και Βρετανούς. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ο νόμος αυτός δεν άλλαξε ούτε μετά την ευνοϊκή και αμφίσημη ρύθμιση που είχε επιτύχει η Γερμανία με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953. (Ο προσδιορισμός αμφίσημη εξηγείται παρακάτω) Με προεξάρχοντες τους Αμερικανούς είχε αποφασιστεί τότε η μετάθεση του ~50% των εξωτερικών χρεών της χώρας, ανάμεσά τους και εκείνες που αφορούσαν την Ελλάδα, για την περίοδο μετά την επανένωση. Έτσι ο υπολογισμένος αρχικός όγκος των 29,3 δισεκατομμυρίων μάρκων, στον οποίο περιλαμβάνονταν και τα προπολεμικά χρέη, περιορίζονταν λογιστικά και αρχικά στα 14,8 δισεκατομμύρια μάρκα4.

Γιατί όμως οι φορολογικοί νόμοι του Κόνραντ Αντενάουερ, που οι Γερμανοί τον θεωρούν ακόμη και σήμερα ως τον πιο επιτυχημένο μεταπολεμικό Καγκελάριο, είναι επίκαιροι; Σίγουρα όχι επειδή τους ανακάλυψε τώρα η αμήχανη και περιδεής αριστερή διανόηση και τους προβάλλει ως το απαύγασμα της προοδευτικής σκέψης. Υπενθυμίζω ότι τα δημόσια χρέη διογκώνονται επικίνδυνα και τα μηδενικά ή σχεδόν μηδενικά επιτόκια επιτρέπουν την ανέμελη και πανηγυρική έκδοση ομολόγων, καθιστώντας τα ισοδύναμα με την έκδοση νομίσματος. Το νόμισμα όμως αποτελεί το άτοκο μέρος του δημόσιου χρέους. Τα ομόλογα είναι έντοκα. Και επειδή όπως προαναφέρθηκε τα χρέη κρατών και επιχειρήσεων κυρίως, αλλά και των ιδιωτών, μεγεθύνονται, οποιαδήποτε σκέψη για αύξηση των επιτοκίων, που θα απέτρεπε την υπερθέρμανση της οικονομίας και τις πληθωριστικές πιέσεις, γίνεται απαγορευτική. Η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων θα ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Οδηγούμαστε περίπου νομοτελειακά στον πληθωρισμό. Δηλαδή στην οικονομικά χειρότερη και κοινωνικά πιο άδικη μορφή φορολογίας. Ο πληθωρισμός σε γενικές γραμμές προκαλείται όταν κυκλοφορεί δυσανάλογα μεγαλύτερος όγκος νομίσματος σε σχέση με τα προσφερόμενα αγαθά και υπηρεσίες. Η πρώτη προϋπόθεση υπάρχει ήδη5. Η δεύτερη βρίσκεται σε εξέλιξη. Πυροδοτείται από τις διαταραχές στην παραγωγή και στη διάθεση που προκαλεί η πανδημική κρίση, πέρα από την εργαλειοποίηση συγκεκριμένων ορυκτών και προϊόντων για πολιτικούς λόγους. Η σοβαρή έλλειψη σε ημιαγωγούς, η σημαντική αύξηση στο κόστος μιας σειράς βασικών μετάλλων όπως ο χαλκός, που η τιμή του σ' ένα χρόνο αυξήθηκε κατά 26% ή του λιθίου, που η τιμή σ' ένα μήνα αυξήθηκε κατά 21% ή του κοβαλτίου που από τις αρχές του 2021 αυξήθηκε κατά 60,9% είναι μόνο μερικές ενδεικτικές περιπτώσεις αγαθών με ευρύτατες εφαρμογές. (Αναζητήστε τις χώρες παραγωγής και τις χρήσεις τους. Θα μείνετε έκπληκτοι. Αναφέρω μόνο ένα. Ο μακράν μεγαλύτερος παραγωγός κοβαλτίου είναι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ακολουθείτε από τον Καναδά, την Κίνα, τη Ρωσία και τη Ζάμπια. Η Ρωσία κυρίως, αλλά  και η Κίνα διατηρούν στενούς δεσμούς με το Κονγκό. Με σημείο τήξης το τους 1493°C το σκληρό αυτό μέταλλο χρησιμοποιείται στο 58% της συνολικής παραγόμενης ποσότητας για την παρασκευή ειδικών χημικών σκευασμάτων, για ιδιαίτερα ανθεκτικά μεταλλικά κράματα που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πτερυγίων σε τουρμπίνες αερίου, στις μηχανές αεριωθούμενων, στην παραγωγή υψηλής ποιότητας ατσαλιού, στην κατασκευή μαγνητών, σε καρβίδια και εργαλεία επεξεργασίας διαμαντιών)        

Όποιος έφτασε ως εδώ θα έχει παρατηρήσει ότι και οι δύο δρόμοι της κοινωνικής εξέλιξης υπήρξαν αποτελέσματα ανατροπών και επαναστάσεων. Τα υπόλοιπα είναι λογιστικές λεπτομέρειες. 

Παραπομπές:

1.The Institute on Taxation and Economic Policy. Στη σελίδα είναι αναρτημένος ο κατάλογος των 55 αυτών επιχειρήσεων.

2.Forbes, Oct 15, 2019.

3. Από τη λατινική λέξη camera που σήμαινε το δωμάτιο. Από αυτήν προέρχεται η γερμνανική λέξη kammer. Αρχικά δήλωνε το θυσαυροφυλάκιο του ηγεμόνα και μεταγενέστερα με τον όρο kammeralwirtschaft το σύνολο της τεχνογνωσίας, των νόμων, των κανόνων και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στην οικονομία και στη διοίκηση ενός απολυταρχικού κράτους. Αναπτύχθηκε από τον 16ο έως και τα τέλη του 18ου αιώνα στις γερμανόφωνες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, κυρίως στην Πρωσία και στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Η εφαρμογή του αποσκοπούσε στη σταδιακή εξάλειψη των φεουδαρχικών προνομίων της αριστοκρατίας προς όφελος ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους. Πρωταρχικός στόχος των καμεραλιστών, που χαρακτηρίστηκαν ως οι πρωτοπόροι του γερμανικού κοινωνικού κράτους, ήταν η ενίσχυση της εξουσίας του ηγεμόνα, με κύριο στόχο όχι να προωθήσει τα προσωπικά του συμφέροντα, αλλά να πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες ενέργειες που θα συνέβαλαν στην ευημερία των υπηκόων του. Η επιτυχία του ηγεμόνα ταυτίζονταν με εκείνη των υπηκόων του. Στη λογική του καμεραλισμού το κράτος γίνεται αντιληπτό ως μια ένωση όλων των κοινωνικών τάξεων και κοινοτήτων υπό τη διοίκηση του ηγεμόνα, ο οποίος παίρνει τις τελικές αποφάσεις για την προώθηση των κοινών συμφερόντων. Οι υπήκοοι οφείλαν υποταγή τόσο στις αποφάσεις του ανώτατου άρχοντα, όσο και σε αυτές της κοινότητας, παραμερίζοντας τις προσωπικές τους επιδιώξεις και φιλοδοξίες. Οι καμεραλιστές έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική συνοχή και στην ενότητα των υπηκόων, επειδή χάρη σ' αυτές μπορούσε να εξασφαλιστεί η συναίνεση, η συνεργασία και η συλλογική προσπάθεια γαι την άρτια λειτουργία του κράτους. Ο ηγεμόνας από την πλευρά του όφειλε να ανταποκριθεί επιτυχώς στο ρόλο του ως ανώτατη αρχή, η οποία εκπληρώνει τους κοινούς στόχους της κοινωνίας μέσω της αρετής, της χρηστής διοίκησης και της δίκαιης διευθέτησης των κρατικών υποθέσεων. Τα προηγούμενα απαιτούσαν τη στελέχωση του μηχανισμού με ικανό και καταρτισμένο προσωπικό. Αυτά με τη σειρά τους προϋπέθεταν παιδεία, ασφάλεια και ιεραρχική ανανέωση αξιοκρατικά από το σύνολο της κοινωνικής πυραμίδας. Η Επανάσταση του 1848-1849 είχε αποτυχεί προσωρινά επειδή έθετε ταυτόχρονα δύο ιδιαίτερα απαιτητικούς στόχους. Τον πολιτικό εκδημοκρατισμό και την εθνική ενοποίηση. Ωστόσο οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος που είχε επεξεργαστεί και ψηφίσει η Εθνική Συνέλευση στις 28 Μαρτίου 1849 στο Ναό του Αγίου Παύλου στη Φρανκφούρτη αποτέλεσαν τη βάση του σημερινού Συντάγματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η γερμανική ενοποίηση ολοκληρώθηκε με τους πολέμους του 1864, 1866 και 1870-1871, την ανακήρυξη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και το Μοναρχικό Σύνταγμα την 1η Ιανουαρίου & 16η Απριλίου 1871. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Επανάσταση του 1918-1919 καταργήθηκε η μοναρχία και υποκαταστάθηκε από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στη θέση του Αυτοκράτορα αναδεικνύονταν πλέον ηγέτες που εκλέγονταν από τους πολίτες. Σ' όλη αυτή την ταραγμένη περίοδο των ανατροπών, των επαναστάσεων και των πολέμων η απαίτηση και η προτεραιότητα για ένα ισχυρό, αξιόπιστο και λειτουργικό κράτος όχι μόνο δεν διασαλεύθηκε, αλλά ενισχύθηκε στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Ακόμη και ο Α. Χίτλερ προστάτεψε την αξιοκρατία στους κρατικούς μηχανισμούς στη βάση της αποτελεσματικότητας.                   

4. Η Γερμανία διαπραγματεύονταν επιδέξια και μέχρι ενός σημείου επιτυχώς την παραμονή της στη δυτική σφαίρα επιρροής και την μετέπειτα ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Το σκληρό τίμημα της μερικής και αμφίσημης επιτυχίας υπήρξε η διαίρεση της χώρας. Το 1952 ο Κόνραντ Αντενάουερ, ένας πολιτικός με ρίζες στο χριστιανικό πολιτικό κέντρο, με το σύνολο της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας αρνήθηκαν την ειλικρινή, όπως επισήμαινε ο Hans-Dietrich Genscher  το 1987, πρόταση του Στάλιν για την επανένωση της Γερμανίας υπό την προϋπόθεση της ουδετερότητας. Σύμφωνα με τους Lothar Baar, Rainer Karlsch και Werner Matschke του Institut für Wirtschaftsgeschichte του Humboldt-Universität zu Berlin, που το 1993 μελέτησαν και τα σχετικά αρχεία που τηρούνταν στη Μόσχα, η Ανατολική Γερμανία των 18,8 εκατομμυρίων κατοίκων είχε καταβάλει κυρίως στους Σοβιετικούς έως και το 1953, οπότε και αποφασίστηκε ότι είχαν ολοκληρωθεί οι πληρωμές των επανορθώσεων, περί τα 54 δισεκατομμύρια μάρκα. Το ποσό αντιστοιχούσε στο 25% του συνολικού ΑΕΠ της DDR από τη Διάσκεψη στο Πότσνταμ 1945 μέχρι και το 1953. Οι Ρώσοι ιστορικοί Konstatin Akinscha και Grigori Koslow είχαν χαρακτηρίσει τις επανορθώσεις που είχαν απαιτηθεί και εισπραχτεί από την Ανατολική Γερμανία ως λεηλασία. Πρέπει να υπενθυμιστεί ωστόσο ότι οι Σοβιετικοί είχαν υποστεί απώλειες 27 εκατομμυρίων ανθρώπων και την ολοσχερή καταστροφή του 30% των υποδομών τους. Αν και μάλλον υπερβολικό ως προς το ύψος του - 120 δισεκατομμύρια μάρκα - το αίτημα των Ανατολικών του 1965 να μετάσχουν και οι Δυτικοί στο ποσό των επανορθώσεων προς τους Σοβιετικούς, που υπολογίστηκε ως το υψηλότερο που είχε καταβάλει κράτος τον 20ο αιώνα, η τότε κυβέρνηση συνεργασίας CDU & FDP υπό τον Ludwig Erhard το αγνόησε. Από την άλλη και οι Ανατολικοί υπερέβαλαν, καθώς ζητούσαν ένα ποσό της τάξης των 120 δισεκατομμυρίων μάρκων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Hans Günter Hockerts και την Deutsche Welle η Δυτική Γερμανία πλήρωσε σε επανορθώσεις συνολικά περί τα 83 δισεκατομμύρια μάρκα. Δηλαδή 68,2 δισεκατομμύρια μάρκα σε ιδιώτες, οργανισμούς και σε χώρες όπως το Ισραήλ, πλέον των 14,8 δισεκατομμυρίων που είχαν συμφωνηθεί στο Λονδίνο το 1953. Ωστόσο επιμερισμένα σε 49,8 εκατομμύρια κατοίκους αρχικά το 1950 και σε βάθος τουλάχιστον τεσσάρων και πλέον δεκαετιών.  

5. Από την αρχή της πανδημίας τα κράτη έχουν ανακοινώσει περισσότερα από 13,8 τρισεκατομμύρια δολάρια (13,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ) σε συνολικές χρηματοδοτήσεις έκτακτης ανάγκης. Το μέγεθος είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τα κεφάλαια που διατέθηκαν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. The Economist, 5.3.2021. 

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Copyright Κυριάκος Παράσογλου - CrashNews.gr © 2020. Design by Kostas Tsampalis