‘‘Θα όφειλα, όμως, να έχω υπόψη μου και μια άλλη παράμετρο: την τάση μυθοπλασίας, που έχει δημιουργηθεί στον τόπο μας, τη μόνιμη και έμμονη ιδέα μας για εξύφανση διεθνούς συνωμοσίας εναντίον μας, τον ξένο ‘‘δάκτυλο’’ ή ξένο παράγοντα ή τις ‘‘σκοτεινές δυνάμεις’’ που πάντοτε επεμβαίνουν εναντίον μας. Και ότι τελικά, σε όλες τις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, δεν είμαστε εμείς εκείνοι που φταίνε, αλλά πάντοτε ‘‘οι άλλοι’’.1
‘‘Είμαστε ευρωπαϊκή χώρα διαπιστευμένη στα Βαλκάνια και όχι βαλκανική χώρα διαπιστευμένη στην Ευρώπη’’.2
Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε και έτσι απαιτούμε να μας συμπεριφέρονται.
Η πραγματικότητα είναι πεζή, αδιάφορη και σκληρή. Είναι όμως το μόνο μέρος που μπορείς να περπατήσεις1. Η πορεία στον αληθινό κόσμο απαιτεί επώδυνους συμβιβασμούς και δυσάρεστες προσαρμογές. Αν και όλοι τα γνωρίζουν αυτά, ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων, αν όχι οι περισσότεροι, δείχνουν να τα αρνούνται ή έστω να τα αμφισβητούν.
Οι ανθρωπολόγοι αποκάλυψαν ότι οι δυσκολίες της ζωής, το αίσθημα της αδυναμίας και έτσι η ανάγκη συμμετοχής σε μεγάλα, και άρα ισχυρά, δίκτυα δημιούργησαν τις φαντασιακές διυποκειμενικές2 τάξεις. Σ’ αυτές θεμελιώνεται η κοινωνική συνοχή. Ως τέτοιες καταγράφονται τα γνωστά τρίπτυχα: Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, όπως και το Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη. Ο Απόστολος Παύλος όριζε την πίστη ως την πεποίθηση για την ύπαρξη όσων ελπίζουμε ότι υπάρχουν και τη βεβαιότητα για πράγματα που δεν βλέπουμε3. Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είχε την ακλόνητη άποψη ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια4.
Rulers of the world: read Karl Marx!
The Economist, May 3rd 2018.
Η φωτογραφία της επικεφαλίδας μπορεί ή πρέπει να προκαλεί θλίψη με την αντιφατικότητά της. Ωστόσο η συγκέντρωση των πολιτών στην πόλη Chemnitz που κραυγάζουν έξω οι ξένοι γύρω από την προτομή του Μαρξ δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Οι ρατσιστικές ταραχές που δυσφημούν τον τελευταίο καιρό την ευρύτερη περιοχή της Σαξονίας έχουν την προϊστορία τους στις ανατολικές επαρχίες της Γερμανίας, ήδη από την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η βία που έχει την προέλευσή της στις φυλετικές διακρίσεις δεν αποτελεί μονοπώλιο των ακροδεξιών.
Οι συνεχείς καταγγελίες για απιστίες προστίθενται στην κανονικότητα της δημόσιας ζωής και μας εξοικειώνουν με την παραβατικότητα. Στο βαθμό που ισχύει αυτό, η αναδρομή σε πρότυπα του παρελθόντος, εκτός της υποψίας για νοσταλγία, αποκτά και μια εκκεντρικότητα. Κι αυτό επειδή η ερμηνεία της πολιτικής γίνεται όλο και περισσότερο με όρους φολκλόρ.
Με αφορμή την πρόσφατη εγγραφή του Ρεμπέτικου στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας από την UNESCO, ας θυμηθούμε τι υπήρξαν τα ρεμπέτικα τραγούδια σύμφωνα με τον ορισμό του αείμνηστου και, κατά τη γνώμη μου, αξεπέραστου λαογράφου Ηλία Πετρόπουλου:
Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων,
των απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος.
Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη
και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος
από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν.
Η βράβευση της Γερμανίδας Anne Imhof στην Biennale της Βενετίας τον Μάιο, επαληθεύει τη θέση του Oscar Wilde1 ότι η ζωή αντιγράφει την τέχνη. Το συγκεκριμένο έργο, με την ονομασία Faust, που σημαίνει γροθιά, αλλά μπορεί και να δηλώνει τον ομώνυμο ήρωα2 του Johann Wolfgang von Goethe, πραγματεύεται σκηνογραφικά την αντίσταση των πολιτών κατά των περιοριστικών μηχανισμών της εξουσίας και ουσιαστικά απενοχοποιεί τις εκδηλώσεις της. Αξίζει να σημειωθεί και να εκληφθεί ως ένα είδος αυτοκριτικής ότι ένας από τους κύριους χορηγούς της καλλιτέχνιδας υπήρξε και το γερμανικό δημόσιο.
Μερικοί δεν παρασύρθηκαν από τις απατηλές υποσχέσεις του προσανατολισμού της υποταγής: “Ανήκομεν εις την Δύσιν”. Αυτοί λοιπόν που δεν αλλοτριώθηκαν και κράτησαν τις βασικές έστω επαφές με τις ρίζες τους γνωρίζουν, ανάμεσα στ’ άλλα, ότι κάποιες από τις σημερινές τεχνολογίες που παρουσιάζονται ως πρωτοποριακές, ουσιαστικά ανακαλύπτουν μια γνώση την οποία ήδη κατείχε και περιέγραφε ο Όμηρος1.
Διανύουμε την περίοδο όπου και οι πιο αισιόδοξοι αναγκάζονται να διαπιστώσουν ότι η αλήθεια είναι υπερτιμημένη2 και ακόμη ότι η ειρήνη δεν είναι πια, από κάποια αιτία, πολύτιμη3.
Μπορεί στην εποχή του Karl Marx (1818-1883) το όπιο του λαού να ήταν η θρησκεία. Στο μεταξύ η πολιτική επιστήμη, αν δεχτούμε ότι υπάρχει τέτοια, προόδευσε. Το σύγχρονο υπνωτικό στη φαρέτρα των κατεστημένων μηχανισμών είναι οι εκλογές. Από το συγκεκριμένο υπερόπλο δεν λείπει μάλιστα ούτε η μεταφυσική διάσταση. Εσύ μπορεί να ψηφίζεις ότι θέλεις. Τις περισσότερες φορές και κυρίως σε θεμελιώδη ερωτήματα με κάποια (δήθεν) ακατάληπτη άνωθεν επέμβαση η επιλογή σου στηρίζει το κεντρικό και ανομολόγητο σχέδιο των ηγέτιδων ομάδων.
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί.
Όσα ακολουθούν θα μπορούσαν να συνοψιστούν στον αφορισμό του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν τα όρια του λόγου μου είναι τα όρια του κόσμου μου1. Η αφορμή για το κείμενο υπήρξε η παρέμβαση κάποιων πανεπιστημιακών για την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, τα οποία ορισμένοι θεωρούν κάτι χειρότερο από νεκρή γλώσσα. Για όσους γνωρίζουν έστω και επιφανειακά την ελληνική πραγματικότητα αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Η αυτοαποκαλούμενη διανόηση του τόπου στο μεγαλύτερο μέρος της υπήρξε διαχρονικά έρεισμα της κατεστημένης αντίδρασης και υπηρέτησε αδιάλειπτα τον ενδοτισμό και την ειλωτεία προς ίδιον όφελος.